Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωστρατηγικες Αναλυσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωστρατηγικες Αναλυσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Μαρτίου 2026

Μνήμες από την κρίση του ’73 ξυπνά το κλείσιμο του Ορμούζ

 
Τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου – υπό κανονικές συνθήκες – διακινούνται καθημερινά 20-21 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης, έχει βρεθεί στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, καθώς μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι διελεύσεις πλοίων έχουν μειωθεί στο ελάχιστο.  
 
Ήδη, οι συνέπειες γίνονται ορατές στην παγκόσμια οικονομία, με την “απογείωση” των τιμών των καυσίμων, αλλά υπάρχει, πλέον, διάχυτη ανησυχία για κλιμακούμενες επιπτώσεις από την διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει, όμως, στις άσχημες συνθήκες, που βιώνουν χιλιάδες ναυτικοί, διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίοι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πλοία στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας, της Αραβικής Θάλασσας, στον Κόλπο του Ομάν και στον Περσικό Κόλπο, καθώς εκτός των κινδύνων για την ασφάλειά τους, είναι ορατό το ενδεχόμενο να έχουν σοβαρές ελλείψεις σε νερό, τρόφιμα κ.α.
 
Τα προβλήματα των ναυτικών ανέδειξαν, με κοινό έγγραφό τους, προς τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (International Maritime Organization-ΙΜΟ) το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, ο Λίβανος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εν όψει της έκτακτης συνόδου του Συμβουλίου του Οργανισμού, που είναι όργανο του ΟΗΕ και πραγματοποιήθηκε από τις 17 μέχρι και τις 19 Μαρτίου, στο Λονδίνο. 
 
Τα τέσσερα αυτά κράτη υπογράμμισαν ότι: «Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, έχει αναφερθεί ότι περισσότερα από 18 εμπορικά πλοία διαφόρων εθνικοτήτων έχουν πληγεί από βλήματα, πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θαλάσσιες νάρκες. Δυστυχώς, (…) τουλάχιστον οκτώ ναυτικοί έχουν επιβεβαιωθεί νεκροί, ενώ τέσσερις εξακολουθούν να αγνοούνται». Σε άλλο έγγραφο, αναφέρεται ότι υπάρχουν μέχρι τώρα και 10 τραυματίες, ανάμεσα στα μέλη των πληρωμάτων.
 
Από την πλευρά του το Ιράν σε έγγραφό του αναφέρθηκε στα εξής: Τη βύθιση του ιρανικού ναυαγοσωστικού “NAJI 10”, το οποίο συμμετείχε σε επιχειρήσεις θαλάσσιας έκτακτης ανάγκης στο λιμάνι Jask, την καταστροφή του πλωτού ασθενοφόρου “Soroush Tandorosti” στο νησί Ορμούζ, σε ζημιές σε αγκυροβολημένα σκάφη στο αγκυροβόλιο του Assaluyeh, και σε περισσότερα από 100 παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη επίσης στο Jask. 
 
«Τα πλοία που έχουν αποκλειστεί στην περιοχή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν έλλειψη νερού, τροφίμων, καυσίμων και άλλων βασικών προμηθειών. (…) Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη για την παροχή νερού, τροφίμων, καυσίμων και άλλων βασικών προμηθειών, καθώς και για τη διευκόλυνση των αλλαγών πληρωμάτων των πλοίων», αναφέρει. Σύμφωνα με στοιχεία, που παρουσίασε η Γενική Γραμματεία του ΙΜΟ περίπου 3.200 πλοία βρίσκονται περιορισμένα δυτικά των Στενών του Ορμούζ, με περίπου 20.000 ναυτικούς να έχουν επηρεαστεί.
 
Ο υφυπουργός Ναυτιλίας Στέφανος Γκίκας μιλώντας (16/3) στη Βουλή ανέφερε ότι σε όλη την περιοχή υπάρχουν 34 πλοία με ελληνική σημαία και ειδικά «μέσα στον Περσικό Κόλπο εξακολουθούν να παραμένουν 10 πλοία με ελληνική σημαία, στα οποία υπηρετούν 90 Έλληνες ναυτικοί». «Υπάρχουν επίσης περίπου 70 Έλληνες ναυτικοί οι οποίοι υπηρετούν και σε δύο κρουαζιερόπλοια στη Ντόχα και στο Νουμπάι», πρόσθεσε ο ίδιος. Και συνέχισε: «Στην εγγύς περιοχή, δηλαδή στον Περσικό Κόλπο, τα Στενά Ορμούζ και τον Κόλπο Ομάν, είναι 168 πλοία ελληνικών συμφερόντων». 
 
Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ 
 
Ας δούμε, όμως, πως διαμορφώνεται γενικότερα η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ μετά την έναρξη των εχθροπραξιών: Πρώτον, τα Στενά του Ορμούζ δεν έχει κλείσει εντελώς παρά τις δηλώσεις, του ιρανικού Στρατού στις 2 Μαρτίου, σύμφωνα με τις οποίες «τα Στενά είναι κλειστά [και] αν κάποιος προσπαθήσει να περάσει, οι ήρωες της Επαναστατικής Φρουράς και του τακτικού ναυτικού θα βάλουν φωτιά σε αυτά τα πλοία».
 
Ναυτιλιακοί αναλυτές σημειώνουν ότι ορισμένα πλοία, συμπεριλαμβανομένων αρκετών δεξαμενόπλοιων, εξακολουθούν να πλέουν μέσω των Στενών. Σύμφωνα με στοιχεία της Lloyd’s List Intelligence έχουν καταγραφεί μόλις 15 διελεύσεις από τις 15 έως τις 17 Μαρτίου. Περίπου το 90% αυτής της δραστηριότητας συνδέεται με το Ιράν, είτε μέσω εμπορίου, είτε μέσω ιδιοκτησίας. Όμως, ακόμα και τα δεξαμενόπλοια του λεγόμενου “σκοτεινού στόλου” δεν πλέουν χωρίς κινδύνους, καθώς αρκετά από αυτά που εντάσσονται σε λίστες κυρώσεων και έχουν συνδεθεί με το Ιράν, υπέστησαν ζημιές σε επιθέσεις τις προηγούμενες μέρες.
 
Στο μεταξύ, όπως έγραψε η έγκυρη βρετανική ναυτιλιακή εφημερίδα Lloyd’s List το Ιράν φαίνεται ότι προχωράει στη δημιουργία ενός «ασφαλούς» ναυτιλιακού διαδρόμου για διελεύσεις, που θα γίνονται μετά από έγκριση και την καταβολή τέλους. Ήδη, αρκετές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων της Ινδίας, του Πακιστάν, του Ιράκ, της Μαλαισίας και της Κίνας, βρίσκονται σε απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη συντονίζοντας τις διελεύσεις πλοίων μέσω αυτού του “διαδρόμου”. 
 
Σύμφωνα, πάντα, με το δημοσίευμα τουλάχιστον εννέα πλοία έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τον «διάδρομο», ο οποίος ξεκινάει κοντά στο νησί Larak του Ιράν και για τουλάχιστον ένα καταβλήθηκε τέλος αν και είναι ασαφές πως μπορεί να έγινε η συναλλαγή, δεδομένων των εκτεταμένων κυρώσεων που ισχύουν κατά του Ιράν. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε μετά τη δήλωση, που έκανε στις 15/3 ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σύμφωνα με την οποία το Ιράν ήταν «ανοιχτό» σε χώρες που θέλουν να συζητήσουν «ασφαλή διέλευση των πλοίων τους». 
 
Εξάλλου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε στο CNBC στις 16 Μαρτίου ότι οι ΗΠΑ έχουν επιτρέψει σε ιρανικά δεξαμενόπλοια να διέρχονται από τα Στενά «για να προμηθεύουν τον υπόλοιπο κόσμο» και αυτό πιθανολογείται ότι θα ισχύσει και για τα πλοία που λειτουργούν σύμφωνα με το διαφαινόμενο ιρανικό σχέδιο. 
 
Μνήμες από την κρίση του ’73 
 
Δεύτερον, αυτή η κατάσταση “ξύπνησε” μνήμες από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, που προκλήθηκε από την απόφαση των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του ΟΠΕΚ να μειώσουν την παραγωγή τους να απαγορεύσουν τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες, που στήριξαν το Ισραήλ στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Όπως και τότε “απογειώθηκαν” οι τιμές του πετρελαίου, αλλά αυτή την φορά έχουμε και θεαματική άνοδο των ναύλων και των αξιών των πλοίων, καθιστώντας τα ταξίδια από τον Περσικό Κόλπο εξαιρετικά κερδοφόρα. 
 
Η τιμή του πετρελαίου Brent διαπραγματευόταν την Παρασκευή 27/2, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στα 72 δολάρια το βαρέλι και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές (19/3) η τιμή είχε απογειωθεί στα 112 δολάρια/ βαρέλι. Επίσης, μεγάλη αύξηση καταγράφεται στους ναύλους όλων των δεξαμενοπλοίων, ιδιαίτερα των πολύ μεγάλων (VLCC), τα οποία διατίθενται να ναυλωθούν ως πλωτές αποθήκες καυσίμων.
 
Αυτά τα γιγαντιαία πλοία, χωρητικότητας (DWT) 200.000 έως 320.000 τόνων, με δυνατότητα μεταφοράς δύο εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Τελευταία αναφέρθηκε ότι δύο ελληνόκτητα VLCC ναυλώθηκαν για σχεδόν 550.000 και 700.000 δολάρια την ημέρα αντίστοιχα, για βραχυπρόθεσμη ναύλωση (30- 90 ημερών), για χρήση ως πλωτών αποθηκών. Είναι σαφές ότι οι υψηλές τιμές των ναύλων υπερκαλύπτουν την αύξηση των ασφαλίστρων.
 
Πριν από τη σύγκρουση, τα ασφάλιστρα για τα πλοία που έπλεαν στον Αραβικό Κόλπο κυμαίνονταν συνήθως από 0,1 έως 0,15% της αξίας του πλοίου. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, τα ασφάλιστρα έχουν πλέον αυξηθεί στο 1,0% και, εάν ένα πλοίο συνδέεται με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ, τα ασφάλιστρα θα μπορούσαν να φτάσουν έως και το 3%. 
 
Αδυναμία του ΙΜΟ να δώσει λύσεις 
 
Στην έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου του ΙΜΟ, που η νομιμότητά της σύγκλησης αμφισβητήθηκε από τη Ρωσία και το Ιράν, φάνηκε για μια ακόμα φορά η αδυναμία του Οργανισμού να παρέμβει ουσιαστικά και να δώσει λύσεις. Εκτός από τις “ευχές” για την ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα και την προστασία των ναυτεργατών, δεν υπήρξαν… εκπλήξεις. Οι ΗΠΑ, τα κράτη μέλη της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και μια σειρά άλλα κράτη σε κοινό έγγραφό τους, επέρριψαν τις ευθύνες για την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στο Ιράν. 
 
«Οι επιθέσεις του Ιράν θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή αθώων ναυτικών, διακινδυνεύουν σημαντικά επίπεδα θαλάσσιας ρύπανσης και υπονομεύουν βαθιά τη θαλάσσια ασφάλεια. Διακινδυνεύουν να αποσταθεροποιήσουν μία από τις πιο ζωτικές εμπορικές οδούς στον κόσμο. Οι διαταραχές στη θαλάσσια κυκλοφορία σε κρίσιμες πλωτές οδούς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, έχουν σημαντικές αρνητικές οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες για χώρες σε όλο τον κόσμο», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο κοινό έγγραφο. 
 
«Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν υποστηρίζει σθεναρά ότι η τρέχουσα επιδείνωση του περιβάλλοντος θαλάσσιας ασφάλειας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου είναι άμεση συνέπεια των συνεχιζόμενων επιθετικών ενεργειών κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ισραηλινό καθεστώς. Οι αρνητικές θαλάσσιες επιπτώσεις που επηρεάζουν επί του παρόντος τη ναυτιλία και τους ναυτικούς είναι άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια αυτών των παράνομων ενεργειών και δεν μπορούν να εξεταστούν μεμονωμένα από την υποκείμενη αιτία τους», “απάντησε” με έγγραφό του το Ιράν, δηλώνοντας ότι οι ισχυρισμοί πως μπλοκάρει το στενό ήταν «παραπλανητικοί». 
 
Το γεγονός είναι ότι η συνέχιση του πολέμου και η διαταραχή στη μεταφορική αλυσίδα θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, με το επιπλέον κόστος να μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή, με οδυνηρές συνέπειες για τους πιο ευάλωτους. Η Επιτροπή Εμπορίου και Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD) σε ανάλυσή της σημειώνει ότι «οι οικονομικές επιπτώσεις, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και για την περιοχή, θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια, την ένταση και τη γεωγραφική έκταση των εντάσεων». 
 
Σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες υπογραμμίζει ότι «πολλές αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλά βάρη εξυπηρέτησης χρέους, περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση». 
 
«Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση του κόστους ενέργειας, μεταφορών και τροφίμων θα μπορούσε να επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και να αυξήσει την πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ενδεχομένως εντείνοντας τις οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις και περιπλέκοντας την πρόοδο προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, ιδίως σε οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγόμενη ενέργεια, λιπάσματα και βασικά τρόφιμα». 
 
Εξάλλου, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων των Ηνωμένων Εθνών (WFP) προειδοποιεί ότι εάν σύγκρουση δεν τερματιστεί μέχρι τα μέσα του έτους και εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από 100 δολάρια ΗΠΑ το βαρέλι, υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια περίπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στην Ασία και στην Αφρική. Αυτοί θα προστεθούν στα 318 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο που είναι ήδη επισιτιστικά ανασφαλείς. 
 
«Η ουσιαστική στασιμότητα της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ και οι αυξανόμενοι κίνδυνοι για τη θαλάσσια κυκλοφορία στην Ερυθρά Θάλασσα ήδη αυξάνουν το κόστος της ενέργειας, των καυσίμων και των λιπασμάτων, επιδεινώνοντας την πείνα πέρα από τη Μέση Ανατολή. Η σύγκρουση έχει μεγάλη απήχηση – και οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι στον κόσμο είναι αυτοί που θα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις αλληλεπιδράσεις της», αναφέρεται στην έκθεση. 
 

3 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Στρατηγική Θεωρία: Mahan, Corbett και Σύγχρονο Ναυτικό Δόγμα

Αναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του Δημήτριου Τσαϊλά*
 
Περίληψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη ελληνική ναυτική στρατηγική σύμφωνα με τα ρεύματα σκέψης του Alfred Thayer Mahan, του Sir Julian Corbett και της σύγχρονης ναυτικής στρατηγικής αντίληψης. Υποστηρίζει ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή σύνθεση της κλασικής θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος και των σύγχρονων εννοιών του παράκτιου πολέμου, που διαμορφώνονται από το μοναδικό θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία, τη στρατηγική σκέψη και τα τρέχοντα επιχειρησιακά παραδείγματα, η παρούσα εργασία προσδοκά να συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θαλάσσια στρατηγική προσαρμόζεται στη γεωγραφία και το γεωπολιτικό πλαίσιο. 
 
Εισαγωγή 
 
Η ναυτική στρατηγική, τόσο ως θεωρία όσο και ως πράξη, ιστορικά περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη χρησιμοποιούν τη ναυτική ισχύ για την εξασφάλιση των εθνικών τους συμφερόντων. Θεμελιώδεις προσωπικότητες σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον περιλαμβάνουν τον Alfred Thayer Mahan και τον Sir Julian Corbett. Η ελληνική ναυτική ισχύς, που έχει τις ρίζες της σε μια μακρά ναυτική παράδοση που χρονολογείται από την κλασική αρχαιότητα, καταδεικνύει πώς οι γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες επηρεάζουν την εφαρμογή και την εξέλιξη της στρατηγικής θεωρίας. Σε αντίθεση με τις ναυτικές δυνάμεις που επικεντρώνονται σε μακρινά θέατρα σε ανοικτές θάλασσες, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί κυρίως σε παράκτια και αρχιπελαγικά ύδατα, απαιτώντας έναν ξεχωριστό επιχειρησιακό και δογματικό προσανατολισμό. 
 
Αυτή η εργασία διερευνά την ελληνική ναυτική ισχύ μέσω συγκριτικής ανάλυσης, αξιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Mahan και του Corbett εφαρμόζονται στην Ελλάδα και πώς το σύγχρονο ναυτικό δόγμα ιδίως ο παράκτιος πόλεμος και οι κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις, ενισχύουν την κατανόηση της σύγχρονης πρακτικής. 
 
I. Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος 
 
Α. Μαχαϊνιστική Σκέψη: Θαλάσσιος Έλεγχος και Εθνική Ισχύς 
 
Το σύγγραμμα του Mahan «Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, 1660–1783» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά έργα στη ναυτική στρατηγική. Ο Mahan υποστήριξε ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι απαραίτητος για την εθνική ισχύ και ότι το θαλάσσιο εμπόριο, η ισχύς του στόλου και οι αποφασιστικές ναυτικές εμπλοκές αποτελούν τα βασικά στοιχεία της θαλάσσιας ισχύος. Το έργο του τόνισε ότι ο έλεγχος ενός έθνους επί του στρατηγικού θαλάσσιου χώρου επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη και τη στρατιωτική ασφάλεια. Άλλωστε τα ίδια ισχυρίζεται και ο Θουκυδίδης στο δικό του σύγγραμμα Πελοποννησιακός Πόλεμος ερμηνεύοντας την αντίκρουση των διαλόγων των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες και τον επιτάφιο του Περικλέους. 
 
Οι βασικές έννοιες του Mahan περιλαμβάνουν: 
  • Έλεγχο της θάλασσας: η ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να ασφαλίζουν τις θαλάσσιες περιοχές από τους αντιπάλους και να προστατεύουν το εμπόριο.
  • Θαλάσσιο εμπόριο: το εμπόριο ως πηγή πλούτου και ως στρατηγική ευπάθεια που απαιτεί προστασία.
  • Αποφασιστική μάχη: συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για την επίτευξη συντριπτικής νίκης επί ενός αντιπάλου. 
Ενώ το πλαίσιο του Mahan αναπτύχθηκε στην εποχή των πολεμικών στόλων ανοιχτής θάλασσας, οι αρχές του παραμένουν θεμελιώδεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ναυτικής ισχύος και εθνικής στρατηγικής. 
 
Β. Κορμπετιανή θεώρηση: Ναυτική Στρατηγική και Μικτές Επιχειρήσεις 
 
Ο Corbett προσέφερε μια συμπληρωματική αλλά διακριτή προοπτική στο έργο του «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής» (1911), δίνοντας έμφαση στον πολιτικό σκοπό του ναυτικού πολέμου και στην ενσωμάτωση των ναυτικών επιχειρήσεων με την χερσαία δύναμη. Ο Corbett υποστήριξε ότι η ναυτική στρατηγική θα πρέπει να υπηρετεί την εθνική πολιτική και ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι συχνά προσωρινός, περιφερειακός και ενδεχόμενος παρά απόλυτος. Δηλαδή μας βάζει στην σκέψη του τόπου-χρόνου. 
 
Τα κυριότερα σημεία του πλαισίου του Corbett: 
  • Υπό όρους έλεγχος της θάλασσας: δεν πιστεύει στη μόνιμη κυριαρχία, αλλά επιχειρησιακά σχετική υπεροχή (τόπος-χρόνος).
  • Ενσωμάτωση στις χερσαίες επιχειρήσεις: οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να υποστηρίζουν ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένων των αμφίβιων και των μικτών επιχειρήσεων. Βασική αρχή της Διακλαδικότητας.
  • Γραμμές επικοινωνίας: ο έλεγχος της κίνησης και του ανεφοδιασμού είναι εξίσου σημαντικός με την καταστροφή των εχθρικών στόλων. 
Οι ιδέες του Corbett έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε παράκτια και αρχιπελαγικά περιβάλλοντα, όπου οι αερο-ναυτικές δυνάμεις αλληλοεπιδρούν έντονα με χερσαίες δυνάμεις και δίκτυα υλικοτεχνικής υποστήριξης. 
 
II. Ιστορικές παρουσιάσεις της ελληνικής ναυτικής ισχύος 
 
Η ελληνική ναυτική ιστορία καταδεικνύει μακροχρόνια ναυτική στρατηγική εμπλοκή: 
 
Κλασική Εποχή: Οι ελληνικές πόλεις-κράτη όπως η Αθήνα έχτισαν ισχυρούς στόλους που είτε έλεγχαν ή προστάτευαν το εμπόριο, και υποστήριζαν στρατηγικές πολιτικές συμμαχίες. Η αθηναϊκή στρατηγική στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αποτελεί παράδειγμα πρώιμης ναυτικής στρατηγικής όπου η ναυτική ισχύς εξασφάλιζε προμήθειες και εκτεταμένη πολιτική επιρροή. 
 
Πόλεμος της Ανεξαρτησίας: Οι ελληνικές ναυμαχίες, όπως η Μάχη του Γέροντα (1824), κατέδειξαν αρχιπελαγική ναυμαχία και έλεγχο των περιφερειακών υδάτων. 
 
Βαλκανικοί Πόλεμοι: Η μάχες της Έλλης και της Λήμνου εξασφάλισαν την ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας τη διαρκή στρατηγική σημασία του ναυτικού ελέγχου σε στενές θάλασσες. 
 
Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα υπογραμμίζεται ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική ανέκαθεν εξισορροπούσε τον έλεγχο της θάλασσας, την προστασία του εμπορίου και την ολοκλήρωση με ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. 
 
III. Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Σύγχρονη Στρατηγική Σκέψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς σήμερα λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που ορίζεται από: 
  • μια αρχιπελαγική παράκτια περιοχή (το Αιγαίο),
  • άμεσους στρατηγικούς ανταγωνιστές,
  • και τις απαιτήσεις των συμμαχικών δεσμεύσεων (π.χ. ΝΑΤΟ). 
Η σύγχρονη θεωρία αναγνωρίζει ότι οι θαλάσσιες συγκρούσεις συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο σε παράκτιες ζώνες, όπου η παράκτια γεωγραφία, τα νησιά και τα περιορισμένα ύδατα περιπλέκουν τις παραδοσιακές στρατηγικές για τα γαλάζια βαθιά νερά στην ανοικτή θάλασσα. Η Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι κλασικά παράκτια περιβάλλοντα όπου οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να είναι επιδέξιες στην επιτήρηση, την απαγόρευση πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και τις διακλαδικές επιχειρήσεις. 
 
Α. Παράκτιος Πόλεμος και Κατανεμημένες Ναυτικές Επιχειρήσεις 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει προτεραιότητα στον παράκτιο πόλεμο, ο οποίος ορίζεται από εμπλοκές κοντά στην ακτή, ενσωμάτωση με χερσαία πυρά και αισθητήρες, και χρήση διασκορπισμένων δυνάμεων. Η έμφαση του Πολεμικού Ναυτικού στις κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις (Distributed Maritime Operations) αποτελεί παράδειγμα αυτών των εννοιών, που στοχεύουν στην περιπλοκή της στόχευσης και της αξιοποίησης δικτυωμένων δυνάμεων ενός αντιπάλου για την επίτευξη επιχειρησιακού πλεονεκτήματος. 
 
Για την Ελλάδα, ένας τέτοιος προσανατολισμός ευθυγραμμίζεται με τη σκέψη του Corbett περί ολοκληρωμένης στρατηγικής θάλασσας-ξηράς-αέρος και με τις πραγματικότητες του αρχιπελαγικού μωσαϊκού του Αιγαίου. 
 
Β. Επίγνωση του Ναυτικού Τομέα και A2/AD 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο δυνατότητες A2/AD, χρησιμοποιώντας παράκτιες συστοιχίες πυραύλων, αεροσκάφη και δίκτυα αισθητήρων για να αρνηθεί την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων. Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα προηγμένα όπλα, ενισχύει την επιτήρηση και την άρνηση περιοχής χωρίς να απαιτούνται μεγάλες ομάδες κρούσης. 
 
Αυτή η δογματική μετατόπιση αντανακλά τόσο τις συνέχειες όσο και τις αποκλίσεις από τους Mahan και Corbett: 
 
Από τον Mahan, κρατάμε τη σημασία της προστασίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του εθνικού πλούτου. 
Από τον Corbett, κρατάμε τη κατανόηση ότι ο έλεγχος της θάλασσας περιορίζεται σε περιφερειακό επίπεδο και έχει πολιτικό σκοπό. 
 
Γ. Ενσωμάτωση με Κοινή και Πολυχωρική Στρατηγική 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση σε όλους τους χώρους (θάλασσα, αέρα, ξηρά, διάστημα και κυβερνο-περιοχή). Καθώς η Ελλάδα ευθυγραμμίζει τα σχέδια εκσυγχρονισμού της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών αναβαθμίσεων και των μη επανδρωμένων συστημάτων, αυτές οι πολυχωρικές προσεγγίσεις ενισχύουν τη ναυτική της θέση που προσανατολίζεται στην αποτροπή και την επιχειρησιακή ευελιξία. 
 
IV. Σύνθεση: Η Ελληνική Θαλάσσια Ισχύς ως Στρατηγική Προσαρμογή 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική αποτελεί παράδειγμα σύνθεσης της κλασικής θεωρίας και της σύγχρονης σκέψης: 
 
Στοιχεία του Mahan: η σύνδεση μεταξύ εθνικού θαλάσσιου εμπορίου και ναυτικής προστασίας. 
Στοιχεία του Corbett: ο έλεγχος της θάλασσας ως προϋπόθεση και εξυπηρέτηση ευρύτερων πολιτικών σκοπών. 
Σύγχρονο δόγμα: παράκτιες επιχειρήσεις, δικτυωμένες δυνάμεις και κοινή ολοκλήρωση. 
 
Το ελληνικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι η θεωρία της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να προσαρμόζεται στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και τη στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά σε περιορισμένα θαλάσσια θέατρα όπου η συγκέντρωση στόλου (όπως οραματίστηκε ο Mahan) δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή σε περίπτωση κοινής χερσαίας και αεροπορικής ισχύος (όπως τονίζεται από τον Corbett και το σύγχρονο παράκτιο δόγμα). 
 
Συμπέρασμα 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς παρέχει μια διδακτική μελέτη περίπτωσης για το πώς εξελίσσεται η ναυτική στρατηγική μέσα από αιώνες και διανοητικά παραδείγματα. Από τις αρχαίες ναυτικές εμπλοκές έως τα σύγχρονα στρατηγικά πλαίσια, η κεντρική θέση της θαλάσσιας γεωγραφίας και του στρατηγικού πολιτισμού παραμένει σταθερή. Η ελληνική ναυτική στρατηγική, ενώ βασίζεται σε ιστορικές παραδόσεις ναυτικής ισχύος, ενσωματώνει ενεργά τις σύγχρονες δογματικές αρχές που αντικατοπτρίζουν τον μετασχηματισμό του ναυτικού πολέμου στην παράκτια εποχή. Τοποθετώντας την ελληνική ναυτική ισχύ στα θεωρητικά πλαίσια των Mahan, Corbett και της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης, η παρούσα εργασία καταδεικνύει τη διαρκή σημασία της κλασικής θεωρίας και την αναγκαιότητα της προσαρμογής της στις σύγχρονες στρατηγικές πραγματικότητες.
 
Βιβλιογραφία 
 
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS). 
 

20 Δεκεμβρίου 2018

Ο ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό


Του Δημήτρη Τσαϊλά* 

Τα διάφορα είδη και οι μορφές της αποτροπής, είναι απαραίτητο να εξετασθούν, ώστε να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις τους για την ανάπτυξη στρατηγικών αποτελεσματικής αποτροπής. Να τονίσουμε τη σημασία της αντίληψης και της στρατηγικής κουλτούρας στη διαδραστική φύση τους στην αποτροπή. Με μια διαδικασία, όπου θα απαιτείται να εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο στο οποίο, όταν απειλούμαστε, η λήψης αποφάσεων να παρουσιάζεται συνήθως ως βαθμιαία κλιμακούμενη, συγκριτική επιλογή κάτω από τους πολλούς περιορισμούς που διαμορφώνονται στη γεωπολιτική σκηνή. Η διαδικασία αυτή μας οδηγεί σε τρεις κρίσιμες προϋποθέσεις, στην κατανόηση του φάσματος της αποτροπής ώστε να οικοδομήσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές. 

Πρώτον, η λήψη απόφασης για εφαρμογή μιας στρατηγικής με στοιχεία αποτροπής, κατά μιας απειλής, δεν είναι αποτελεσματική χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη προσοχή και ανάλυση στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Η αποτροπή προσπαθεί να τροποποιήσει το λογισμό “κόστους-οφέλους” των συγκρουόμενων σε μια δυναμική εμπλεκομένων της επιθέσεως, συμμάχων και εταίρων, στην ευρεία και σφαιρική γεωστρατηγικήεικόνα. Ακόμα και στις πιο αξιόπιστες πολιτικές απειλές, η αποτροπή συνήθως πρέπει να είναι ένθετη μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα αποσκοπεί να καταστήσει την επιθετικότητα, ως περιττή σε έναν πιθανό εισβολέα καθώς θα είναι δαπανηρή με εμπλοκή και διεθνών παραγόντων.

Δεύτερον, η αποτροπή πρέπει να εκλαμβάνεται κυρίως ως μια αξιόπιστος προσπάθεια να μετασχηματίσει τη σκέψη του, ένας επιτιθέμενος. Αποτρεπτικές πολιτικές αντιμετωπίζονται συχνά μέσω ενεργειών που χρειάζονται για να αυξήσουν το κόστος και τους κινδύνους μιας επίθεσης, με τρόπους και μέτρα που τα πιθανά επιχειρησιακά αποτελέσματα μέσα από μια εκστρατεία να είναι καταφανώς εις βάρους του επιτιθεμένου.

Αλλά τα αποτελέσματα από αυτά τα βήματα εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την επίδρασή τους, στις αντιλήψεις και την αναδυόμενη κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη την επιθετικότητα του αντιπάλου. Κάθε στρατηγική για την πρόληψη της επιθετικότητας, πρέπει να αρχίσει με την εκτίμηση καταστάσεως, για τα συμφέροντα, τα κίνητρα, τις δυνατότητες και τις επιταγές του επιτιθέμενου.

Τρίτον, προηγείται η επιθετικότητα (λεκτική και πρακτική), από την έναρξη των εντάσεων, κρίσεων και τελικά των συγκρούσεων, μέσω συνήθως, μιας διαδικασίας λήψεως αποφάσεων που κλιμακώνεται σταδιακά και δεν χαρακτηρίζεται από ένα σημείο μιας και μόνο απόφασης. 

Πέραν των παραπάνω, τα κράτη, κάποιες φορές, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο. Αυτό που προκύπτει, από τη μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων είναι, ότι και οι ευκαιριακοί τυχοδιωκτισμοί μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις, στη συνέχεια κρίσεις που τελικά οδηγούνται σε συγκρούσεις, είτε σημειακές ή ολοκληρωτικές. Επίσης, πολλά κράτη καταλήγουν σε επιθετικές ενέργειες, επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή, και αναλαμβάνουν το τεράστιο ρίσκο, σε εκείνο το σημείο, μέσω μιας παρανοϊκής διαδικασίας σκέψης που δεν είναι αποτέλεσμα μιας ορθολογιστικής απόφασης. 

Η αποτροπή, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο, όχι ως μια στρατηγική για να επηρεάσει εκείνη τη μια συγκεκριμένη στιγμή, τον ορθολογικό λογισμό κόστους-οφέλους, αλλά ως ένα ικανό δυναμικό μέσο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων του επιτιθέμενου μέσα από μια συγκεκριμένη, βασανιστική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει για μια ικανή χρονική περίοδο. Κατά μία έννοια, αυτή η χρονική περίοδος δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, διότι επηρεάζεται από τη ρευστότητα των διεθνών προκλήσεων. 

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις πρακτικές περί αποτροπής, ο Ελληνισμός, πρέπει να αντιλαμβάνεται το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με μια στρατηγική αίσθηση, αναπτύσσοντας την ουσία της ναυτικής ισχύος ως συνδετική δύναμη της ενότητας των θαλασσών στα παγκόσμια κοινά, καθώς υπάρχουν ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες για να σκεφτούμε για το καθένα ξεχωριστά αλλά και για όλα μαζί με στρατηγική άποψη στην περιοχή μας.

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε όλο και πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας που περιγράφεται από την επίμονη διαταραχή, στο λειτουργικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου όπου βρίσκονται η Κύπρος και η Κρήτη, τα δύο “αβύθιστα αεροπλανοφόρα του Ελληνισμού” με τεράστια γεωστρατηγική σημασία. Οπότε καλούμαστε να αναπτύξουμε μια στρατηγική για τη διατήρηση του γεωπολιτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τον Τούρκο αμφισβητία, αφού οι Τούρκοι δεν στέκονται πλέον στην αδράνεια, όταν πρόκειται για θαλάσσια ισχύ, καθώς έχουν αυξήσει τις επενδύσεις τους στις αεροναυτικές δυνατότητές τους σε σημείο που αρχίζει να ανατρέπεται η ισορροπία ισχύος, εις βάρος μας. Οπότε είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η ενίσχυση του Στόλου μας, καθώς και η διατήρηση μιας σταθερής αεροναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο, πρέπει να ξεχωρίζουν ως οι πιο κρίσιμες προτεραιότητες για τη μελλοντική ανάπτυξη του Πολεμικού Ναυτικού.

Η αποτροπή πρέπει να προβληθεί όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό και μάλιστα με όρους συμβατικών και αντισυμβατικών μέσων (ανορθόδοξου πολέμου). Στο θέατρο επιχειρήσεων απαιτείται αποτελεσματική συνεργασία για την ασφάλεια, εφόσον οι δραστηριότητες που θα αναληφθούν θα είναι μια μορφή εκτεταμένης αποτροπής, δημιουργώντας ασφάλεια και στέρηση συνθηκών σύγκρουσης από το δυνητικό αντίπαλο. Αυτό απαιτεί μια αξιόπιστη αντιαεροπορική άμυνα ώστε να ενισχυθεί η αποτροπή, παρέχοντας μια ομπρέλα προστασίας “προς τα εμπρός” κατά την ανάπτυξη φίλιων και συμμαχικών δυνάμεων, συμβάλλοντας παράλληλα στην αρχιτεκτονική υπεράσπισης της στρατηγικής της Ελλάδος. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε προκεχωρημένες εθνικές και συμμαχικές βάσεις, καθώς και κάθε τεχνολογικό μέσο ώστε να επιτύχουμε διαρκή πληροφόρηση, βασισμένη στη θαλάσσια στρατηγική αποτροπής.

Η ικανότητα μας να διατηρούμε ελεύθερη τη θάλασσα επιχειρήσεων και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας είναι μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις, καταλύτης για τις διακλαδικές επιχειρήσεις και τον θαλάσσιο έλεγχο που απαιτεί δυνατότητες σε τακτικό και σε επιχειρησιακό επίπεδο ελέγχου του γεωγραφικού χώρου και του κυβερνοχώρου.

Υπάρχουν πολλές προκλήσεις όσον αφορά την ικανότητά μας να ασκήσουμε θαλάσσιο έλεγχο, όμως εκτιμάται ότι για την ώρα η όλη προσπάθειά μας περιορίζεται στη λειτουργία των υποβρυχίων τύπου 214 “Παπανικολής” και των πυραυλακάτων“Vosper”, αφού ο υπόλοιπος στόλος πλέον είναι γερασμένος καθώς η μέση ηλικία των πλοίων μας υπερβαίνει τα τριάντα χρόνια και την επομένη πενταετία, εφόσον συνεχισθεί η αδράνεια ανανέωσης θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση.

Πρέπει λοιπόν να μπορούμε να εξασκούμε επιχειρήσεις για να εξουδετερώσουμε τη κάθε λογής απειλή. Οφείλουμε να μην επιτρέψουμε συνθήκες υπό τις οποίες οι ναυτικές δυνάμεις μας θα εμποδιστούν από την ελευθερία ελιγμών και πρόσβασης, ούτε να επιτρέπουμε στον αντίπαλο να διαταράξει την εθνική εφοδιαστική αλυσίδα, εμποδίζοντας ζωτικής σημασίας θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και ηλεκτρονικού εμπορίου.

Ασκώντας δόγμα ενιαίου χώρου του Ελληνισμού (Ελλάδα-Κύπρος) πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλλουμε τοπικό θαλάσσιο έλεγχο όπου κρίνεται αναγκαίο, συνεργαζόμενοι με τις φίλιες δυνάμεις και συμμάχους, αλλά και μόνοι μας εάν απαιτηθεί. Αυτό απαιτεί ικανότητά να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις και να αποκτήσουμε ισχυρή αξιοπιστία με απόκτηση νέων μονάδων.

Συμπεράσματα

Για αιώνες τα σκάφη που πλέουν στη θάλασσα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Ελληνισμού στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Όταν η εμβέλεια της Ελλάδας ιστορικά, είτε μέσω των ναυτικών δυνάμεων, των ακτοφυλάκων και του εμπορικού στόλου της, επιδιώκει την οικοδόμηση επιρροής και ισχύος, μέσω της συνεργασίας, της πειθούς και του εξαναγκασμού, η θαλάσσια ισχύς αποτελεί το κύριο πλεονέκτημα και κρίσιμη επένδυση για τον Ελληνισμό. Η διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας του Ελληνισμού με τη διαχείριση της θαλάσσιας ισχύος καθίσταται αναγκαία για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό ακόμη και των μεγάλων δυνάμεων εκτός των κακότροπων γειτόνων μας.

Η δημιουργία και διατήρηση της ασφάλειας στη θάλασσα είναι απαραίτητη για να μπορούμε να μετριάζουμε όχι μόνο την απειλή ενός κεραυνοβόλου πολέμου, αλλά της πειρατείας, της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, είναι ανάγκη να αξιολογήσουμε τις νέες τεχνολογίες, πως μπορούν να επηρεάσουν τις αποστολές στο Ναυτικό και τις προοπτικές τους για την επιτυχία των επιχειρήσεων, οπότε είναι απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός των πεπαλαιωμένων μονάδων. Στα νικηφόρα σενάρια που αφορούν ιδιαίτερα την Τουρκία πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λειτουργικές αλληλεπιδράσεις σε πολλαπλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου του χώρου και του κυβερνοχώρου, βοηθώντας οι προβλέψεις μας να καταδείξουν πώς μια διένεξη ενδέχεται να ξετυλιχθεί μέσα από τις διάφορες φάσεις και πώς η Ελλάδα και οι σύμμαχοι μας μπορούν να τερματίσουν τις μάχες με ευνοϊκούς όρους πολιτικής.

Για την επίτευξη των στόχων, το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να οικοδομήσει μια ισορροπημένη δύναμη με απόκτηση νέων μονάδων, τόσο για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων όσο και για την εκπλήρωση της αποστολής αποτροπής. Για την εκτέλεση αυτής της αποστολής, παράλληλα με την ετοιμότητα των μονάδων το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να προμηθευτεί με ένα πλήρες φάσμα ναυτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλής χρήσεως πολεμικών πλοίων επιφανείας και ναυτικής αεροπορίας.

Τέλος, αλλά το κυριότερο που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας, η φράση του Ηροδότου, ότι για να έχουμε πατρίδα χρειαζόμαστε πλοία στη θάλασσα. Για να αποφύγουμε τις περιπέτειες εθνικής ασφάλειας και κρατικής επιβίωσης, απαιτείται να βάλουμε βαθειά το χέρι στη τσέπη όλοι μας, για τον εκσυγχρονισμό του Στόλου μας. Κυρίως οι Έλληνες πλοιοκτήτες, εφοπλιστές, επιχειρηματίες και βιομήχανοι αλλά και οι απόδημοι πατριώτες για μια πανεθνική επένδυση στην Πατρίδα μας. Ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό δεν αποτελεί πρόκληση για πόλεμο, είναι η πιο σίγουρη εγγύηση της ειρήνης. Ήρθε η ώρα να χρηματοδοτήσουμε όλοι μας οι πατριώτες για να ανεγερθεί η ναυτική μας ισχύ. Ο Ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ. 

liberal.gr

11 Δεκεμβρίου 2016

Η θαλάσσια ισχύς ως σταθεροποιητικός παράγοντας

Του Δημήτρη Τσαϊλά

Τον τελευταίο καιρό, έχουν γραφτεί πολλά εξαιρετικά άρθρα που αναλύουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, την εθνικιστική ρητορική του Ερντογάν καθώς και την τακτική των τουρκικών παραβάσεων και παραβιάσεων στο χώρο του Αιγαίου, και έχουν καλύψει σε μεγάλη κλίμακα την θεωρία ενός «αδιέξοδου παιγνίου». Ωστόσο, πιστεύω ότι πρέπει να αναζητήσουμε τη στρατηγική επιρροή της ναυτικής δύναμης στον καθορισμό του αποτελέσματος αυτού του παιχνιδιού. Είναι πεποίθηση μου, ότι στα ελληνοτουρκικά ζητήματα η θαλάσσια ισχύς είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία σε κάθε παιχνίδι της διπλωματίας, και ότι ο έλεγχος των θαλασσών τόσο στο Αιγαίο όσο και στην ανατολική Μεσόγειο είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που τείνει να παραβλέπεται από πολλούς κυβερνώντες.

Η στρατηγική αξία της θαλάσσιας ισχύος

Εξ’ άλλου είναι γνωστό, ότι η στρατηγική αξία της θαλάσσιας ισχύος, είναι καθοριστικός παράγοντας στην επιβίωση ιδιαίτερα των παρακτίων και αρχιπελαγικών κρατών όπως ακριβώς είναι και η Ελλάδα. Η θαλάσσια ισχύς δημιουργείται και πρέπει να χρησιμοποιείται ως όργανο της κρατικής πολιτικής καθώς αποτελεί εθνικό συμφέρον ζωτικής σημασίας. Σε μια ιστορική αναδρομή θα διαπιστώσουμε ότι τα έθνη επιλέγουν να αποκτήσουν και να χρησιμοποιήσουν αυτή την ισχύ σε διάφορες καταστάσεις και μορφές, που οι επιλογές τους διέπονται από τη σημασία που δίδεται στη θάλασσα από το μεμονωμένο κράτος ως μια αμυντική αναγκαιότητα ή ως μια επιθετική ευκαιρία.

Επομένως η θαλάσσια ισχύς είναι η πεμπτουσία για να τον έλεγχο των θαλάσσιων χώρων, καθώς και για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων προς όφελος της συνολικής στρατηγικής θέσης μιας χώρας. Αυτά τα οφέλη μεγιστοποιούνται εάν ένας παίκτης μπορεί να επιτύχει ναυτική υπεροχή σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Υπό το πρίσμα λοιπόν αυτό πρέπει να εξετάσουμε τον ακραίο ρεαλισμό και την προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας, καθώς και τη συνολική της αναθεωρητική στάση ως προς τις διεθνείς συνθήκες οι οποίες κατοχυρώνουν εν τοις πράγμασι τις Ελληνικές θέσεις.

Ο στρατηγικός σχεδιασμός της Τουρκίας

Τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και κατ’ επέκταση της ΑΟΖ δεν εμπλέκονται μόνο με τα ενεργειακά θέματα, αλλά κατά κύριο λόγο με τις νέο-οθωμανικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, που έχουσα πλήρη αντίληψη των απαιτήσεων έχει φροντίσει και φροντίζει για το αμυντικό σκέλος προβολής ισχύος καθώς και για το διπλωματικό που στην παρούσα φάση συνίσταται στην προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων και την αμφισβήτηση του status quo. Το πρόβλημα της Ελλάδος ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσεως, είναι η έλλειψη ρεαλισμού που έχει οδηγήσει στην πλήρη απουσία της χώρας από τον φυσικό γεωπολιτικό χώρο της, στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν νοείται μια ναυτική δύναμη σαν την χώρα μας σε μια περιοχή σημαντικότατη για την παγκόσμια ναυσιπλοΐα και εμπόριο να είναι απούσα ειδικά όταν κανείς άλλος στην περιοχή δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες σε ναυτική ισχύ.

Αυτό το κενό, προσπαθεί, να καλύψει η Τουρκία, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των Βαλκανίων με εργαλείο της, τους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς και με εκβιαστικές κινήσεις με τους μετανάστες, να προχωρήσει στον πλήρη έλεγχο της Ευρασίας έχοντας σχεδόν αποκλειστικά την διαχείριση των δρόμων του πετρελαίου. Όταν η Τουρκία θα πιστέψει ότι έχει ολοκληρώσει το στρατηγικό της σχεδιασμό, τότε εκτιμάται ότι, θα προχωρήσει στην απαραίτητη κρίση στο θαλάσσιο χώρο στο Αιγαίο ή τη Μεσόγειο μέσω του οποίου θα επιδιώξει την πλήρη αναθεώρηση του “status quo” της περιοχής με την διχοτόμηση του Αιγαίου και τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων. Για τους παραπάνω λόγους η ένταση και η προκλητικότητα θα βαίνουν αυξανόμενες καθώς οι τούρκοι θα χρησιμοποιούν την πολεμική τους ισχύ, για τη “διόρθωση” αυτού που θεωρούν ως ιστορική και γεωγραφική αδικία.

Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς

Παρά το γεγονός ότι το Πολεμικό Ναυτικό μας που είναι βασικός συντελεστής της θαλάσσιας ισχύος, παραμένει πολλές τάξεις μεγέθους πιο ισχυρό από ότι του πλησιέστερου ανταγωνιστή μας, πρέπει να προσέξουμε τις προσαρμογές της παραδοσιακής τέχνης της ναυτικής στρατηγικής τονίζοντας ότι θα αποτελέσει θρίαμβο για την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού να διατηρήσει ισχυρό το στόλο κάτω από τις σημερινές συνθήκες μεγάλων εξωτερικών πιέσεων σε συνδυασμό με την δημοσιονομική αδυναμία. Αν επιτρέψουμε μια περαιτέρω φθορά στη ναυτική ισχύ μας, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε την εμπειρία των χρόνων του Βυζαντίου που είχε αποδυναμωθεί ο στόλος.

Μια ανησυχητική παράμετρος που σημειώνουμε είναι η συνεχής ανάπτυξη των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι το τουρκικό ναυτικό έχει ένα μεγάλο αριθμό αρματαγωγών, φρεγατών και ενός αυξανόμενου αριθμού υποβρυχίων. Πιο σοβαρή απ' όλα, περιγράφουμε την αυξανόμενη απειλή που ανοίγει μια νέα εποχή για τον τουρκικό ιμπεριαλισμό. Ο καθορισμός των ΑΟΖ, στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή έχει μετατρέψει την Τουρκία σε μια επεκτατική, περιφερειακή εξουσία.

Σε κάθε κατηγορία το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό συνδυάζει την τεκμαρτή αριθμητική ισορροπία με ένα σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα από πλοίο σε πλοίο πάνω από το Τουρκικό ναυτικό. Αυτή η κατάσταση είναι απίθανο να αλλάξει σύντομα. Όμως καθώς αυξάνεται το ναυτικό της Τουρκίας και το δικό μας μειώνεται, στο μέλλον η ισορροπία ισχύος θα διαταραχθεί υπέρ του αντιπάλου. Αντί να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, εμείς οι ίδιοι πρέπει να προβούμε σε επανακαθορισμό της ναυτικής στρατηγικής αποκλείοντας τη σχετική ευκολία δράσεως των αντιπάλων τόσο με τη σύναψη συμμαχιών στο μέτωπο της Μεσογείου, όσο και με την απόκτηση και πρόσκτηση των νέων υποβρυχίων και πυραυλακάτων από τα ελληνικά Ναυπηγεία. Δεν μιλάω για μια αναλαμπή που θα μετακινήσει τον έλεγχο της θάλασσας με το μοντέλο του ισχυρού όψιμου ηγέτη που θα έχει ως αποτέλεσμα τον οπλικό ανταγωνισμό με τα αντίπαλα ναυτικά. Αν εμείς οι ίδιοι ξεπεταχτούμε ως όψιμοι ηγέτες, η Τουρκία θα οδηγηθεί ακόμη πιο γρήγορα στην κατασκευή ενός υπέρτερου ναυτικού με σκοπό να κυριαρχήσει στις θάλασσες, και το μόνο που θα πετύχουμε είναι μια πλήρη αντιστροφή του ποθητού αποτελέσματος.

Συμπεράσματα

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων και σεναρίων, εντελώς απλοϊκά πρέπει να γίνει απώτερος σκοπός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο πλήρης έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων της ευρύτερης νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν στιγμές έντασης από τους βασικότερους παίκτες στη περιοχή δράσης.

Παρά την αναγκαιότητα, της μείωσης του ελλείμματος που δεν είναι το μόνο ή ακόμα και το πιο σημαντικό πράγμα σε σχέση πάντα με την εθνική μας ασφάλεια, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον σταθεροποιητικό ρόλο στο Αιγαίο, παραμελώντας τη στρατιωτική ισορροπία, καθώς και να αρνηθούμε την παραίτηση από εθνικές θέσεις που είναι πλήρως ταυτισμένες με την επιβίωση μας.

Μόνο η θαλάσσια ισχύς θα συγκρατήσει τις επερχόμενες τεκτονικές ανακατατάξεις μεταξύ των εθνών της Μεσογείου. Κρίμα, αν παραμελήσουμε την θαλάσσια ισχύ μας.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ΠΝ ε.α. 

Πηγή Liberal

5 Απριλίου 2015

Η ναυτική απειλή του Ισλαμικού Κράτους και η Ελλάδα.

Έφθασε η ώρα των τζιχαντιστών της θάλασσας;

Περί Αλός

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος-Αμυντικός αναλυτής
To αμερικανικό Υπουργείο των
Εξωτερικών παραδέχθηκε ότι έχουν
κλαπεί περί τους 15.000 πυραύλους
για φορητά α/α όπλα (MANPADS),
όπως το εικονιζόμενο Igla από
στρατιωτικές αποθήκες στη Λιβύη.
ΦΩΤΟ: ΕΔΩ
Η πρόσφατη κατάληψη του λιμένος της Ντέρνα στην ανατολική Λιβύη (5-10-2014) από ομάδες οπλοφόρων, οι οποίες δηλώνουν πίστη στο Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ), έφερε στην επιφάνεια ένα σοβαρό ερώτημα που σχετίζεται με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην Μεσόγειο. Για πρώτη φορά μετά τον 19ο αιώνα
αναδύεται η απειλή της πειρατείας.
 
Εξαιτίας της γεωγραφικής εγγύτητας της Κυρηναϊκής με τον ελληνικό νησιωτικό χώρο, θα ήταν έγκαιρο και χρήσιμο να εξετασθούν και να αξιολογηθούν οι πιθανότητες πρόκλησης βλαβών στα εθνικά συμφέροντα, από μια ενδεχόμενη πραγματοποίηση μεμονωμένων ή  μη επιθέσεων δια θαλάσσης από σκάφη, τα οποία θα επιχειρούν από βάσεις του ΙΚ στην Λιβύη.       

   Ξαναζωντανεύει ο θρύλος των πειρατών της Μπαρμπαριάς; Επέρχεται το τέλος της ειρήνης και της ασφάλειας στον τομέα της ναυσιπλοΐας εντός της Μεσογείου; Αυτά τα ερωτήματα δημιουργήθηκαν αρχικώς σε διεθνείς και ελληνικούς ναυτιλιακούς κύκλους, όταν τα διεθνή ΜΜΕ γνωστοποίησαν μια πολύ μεγάλη τοπική επιτυχία του ΙΚ, τον έλεγχο του στρατηγικής σημασίας λιμένος της Ντέρνα.
  
   Για πρώτη φορά δυνάμεις του Χαλιφάτου (σ.σ. Η αποδοχή της εξουσίας του ΙΚ σε άλλες περιοχές, π.χ. Λιβύη, Νιγηρία, με τις οποίες δεν υπάρχει γεωγραφική συνέχεια, πραγματοποιείται με απλή διαδικασία), ύψωσαν την σημαία τους – όχι σε κάποια μακρινή αφρικανική ή ασιατική ακτή – εντός του γεωπολιτικώς ευαίσθητου χώρου της κεντρικής Μεσογείου. Η ευκολία με την οποία οι τζιχαντιστές βρήκαν «διέξοδο προς τη θερμή θάλασσα», οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι η Ντέρνα αποτελούσε παραδοσιακό πυρήνα των σκληροπυρηνικών μουσουλμάνων της Λιβύης [1]. Οι εξελίξεις στο Ιράκ και στη Συρία αποκάλυψαν – σε επίπεδο πληροφοριών – μεταξύ άλλων ότι η συγκεκριμένη πόλη συνείσφερε με εκατοντάδες μαχητές στον αγώνα του ΙΚ. Περισσότεροι από 800 μαχητές από την Ντέρνα στρατεύθηκαν υπό την σημαία των τζιχαντιστών [2], γεγονός που κατέταξε και ανέδειξε την περιοχή ως το πλέον σημαντικό κέντρο στρατολόγησης ισλαμιστών και το μεγαλύτερο (σε επίπεδο ποσόστωσης) στον σουνιτικό αραβικό κόσμο [3]. Λόγω της επικείμενης αποσταθεροποιητικής δραστηριότητας του ΙΚ με βάση την Ντέρνα, οι ΗΠΑ σε συνεργασία με την Ιταλία ξεκίνησαν από τον περασμένο Δεκέμβριο τακτικές πτήσεις UAV [4] τύπου MQ-1Β Predator επιτήρησης και αναγνώρισης (σ.σ. Σύμφωνα με πληροφορίες μετέχει και αριθμός UCAV MQ-9 Reaper), με σκοπό την παροχή πληροφοριών και έγκαιρης προειδοποίησης.

    Η κατοχή της Ντέρνα και των λιμενικών εγκαταστάσεων είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Οι λιβυκές αρχές που ελέγχουν ακόμη μεγάλο μέρος του ανατολικού τμήματος της χώρας, εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές στις 12 Νοεμβρίου. Η εντολή εκτέλεσης χερσαίων επιχειρήσεων ανακατάληψης της πόλης μπορεί μεν να εγκρίθηκαν πέρυσι τον Δεκέμβριο, ωστόσο η ανάληψη ουσιαστικής δράσης καθυστέρησε αρκετά [5]. Τον Φεβρουάριο του 2015 μετά από την απαγωγή και τον αποκεφαλισμό 21 Αιγυπτίων Κοπτών από δυνάμεις του ΙΚ της Λιβύης, η Αιγυπτιακή Αεροπορία προσέβαλε στόχους στην Ντέρνα προκαλώντας τον θάνατο δεκάδων τζιχαντιστών. Στις 25 Μαρτίου αραβόφωνα ΜΜΕ ανέφεραν ότι ξεκίνησε ευρεία επιχείρηση με σκοπό την ανακατάληψη της Ντέρνα. Μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί κάποια αξιόλογη πρόοδος. Το ΙΚ στο μεταξύ διάστημα έθεσε υπό τον έλεγχό του ένα μεγάλο τμήμα του παραλιακού αυτοκινητόδρομου μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, με τελευταίο έπαθλο την παράκτια πόλη Νοφαλίγια (8/9-02-2015). Δυτικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι επειδή το ΙΚ διαθέτει πυρήνες περισσότερο ή λιγότερο ισχυρούς και σε άλλες πόλεις της χώρας, θα πρέπει να αναμένεται η κατάληψη και άλλων παράκτιων περιοχών, γεγονός που θα μεγεθύνει τις δυνατότητες χρήσης πλωτών μέσων κατά της ναυσιπλοΐας.    

 
Απειλή από την θάλασσα - Είναι υλοποιήσιμη;

   Αναφορές διαφόρων ευρωπαϊκών και μη πηγών ασφαλείας συνεκτιμούν ότι το ΙΚ δεν διαθέτει κάποιο πολεμικό σκάφος του Λιβυκού Ναυτικού (μεγάλη ναυτική μονάδα, ΤΠΚ ή υποβρύχιο), το οποίο να μπορεί να θέσει άμεσα σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Ακόμη και αν το κατόρθωνε τα μαχητικά του ΝΑΤΟ σε συνεργασία με το Αμερικανικό Ναυτικό θα εξουδετέρωναν πολύ γρήγορα, όποιο πολεμικό εμφανιζόταν με τη σημαία του χαλιφάτου ή με την υποψία ότι μπορεί να έχει τεθεί υπό τον έλεγχό του. Όμως η μη ύπαρξη Ισλαμικού Ναυτικού (ΙΝ) δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται καμία απειλή. Οι οπαδοί του ΙΚ μπορούν να συγκροτήσουν στολίσκους ελαφρών βενζινοκίνητων σκαφών, μετατρέποντας κάθε λογής πλοιάρια σε πειρατικές πλατφόρμες εφόδου, με τα οποία θα απειλήσουν κάθε στόχο ευκαιρίας που πλέει βορείως του Κόλπου της Σύρτης, εξορμώντας από την ακτογραμμή της Κυρηναϊκής. Από το Σουέζ προς την Μάλτα και το Γιβραλτάρ, από την Κύπρο, το Ισραήλ, τα ελληνικά λιμάνια, από και προς τα γεωστρατηγικά σημεία εισόδου και εξόδου στην Μεσόγειο, διέρχονται χιλιάδες πλοία κάθε μεγέθους, τύπου και είδους (π.χ. κρουαζιερόπλοια, LNG, φορτηγά, μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, δεξαμενόπλοια, αλιευτικά κ.α.) [6], τα οποία πλέουν απροστάτευτα, χωρίς συνοδεία, καθιστώντας τα ελκυστικούς στόχους.

Οι τζιχαντιστές της θάλασσας δεν θα έχουν απολύτως καμία
σχέση με τους Σομαλούς πειρατές, καθώς θα είναι πολύ
καλύτερα εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι, με κίνητρο τον
θρησκευτικό φανατισμό. ΦΩΤΟ: 
   Εξετάζοντας τα δυνητικά σενάρια πειρατικών επιθέσεων διαπιστώνουμε ότι δεν απαιτείται κάποιος πολυδάπανος εξοπλισμός. Απλώς χρειάζονται τυφέκια εφόδου, οπλοπολυβόλα, εκτοξευτές RPG, ελαφρά α/τ όπλα και φορητοί α/α εκτοξευτές τύπου Stinger, Grail ή Strela. Ο υποναύαρχος ε.α. του Βασιλικού Ναυτικού Christopher J. Parry με ειδίκευση στους τομείς ανάλυσης γεωπολιτικού ρίσκου και μελλοντικών μορφών πολέμου, επεσήμανε σε συνεντεύξεις τον Φεβρουάριο ότι οι πειρατές του ΙΚ δεν θα έχουν καμία σχέση με εκείνους της Σομαλίας, καθώς θα είναι καλύτερα εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι. Θα μπορούν να φέρουν φορητούς α/α εκτοξευτές, καθιστώντας ιδιαίτερα επικίνδυνη την προσέγγιση ελικοπτέρων. Η πρόσβαση των τζιχαντιστών σε άνδρες όπλα και εφόδια θα είναι απεριόριστη, προειδοποίησε ο Parry, καθώς θα υποστηρίζονται από τις μάζες του πληθυσμού και τα οπλοστάσια που ελέγχουν σε Λιβύη, Συρία και Ιράκ.  

   Εμείς θα προσθέσουμε ότι στην περίπτωση των α/α όπλων εδάφους-αέρος θα έχουμε την ναυτική έκδοση επί πλοιαρίου (σ.σ. μια εντελώς πρόχειρη navalized έκδοση) και την μετατροπή από εδάφους-αέρος σε επιφανείας αέρος, των γνωστών εποχούμενων συστημάτων μικρής εμβέλειας. Η ένταξη στην ζώνη πειρατείας τέτοιων συστημάτων θα σημάνει την αναβάθμιση της απειλής, καθώς οι τζιχαντιστές της θάλασσας θα μπορούν να καταρρίψουν τα οργανικά ελικόπτερα των πολεμικών πλοίων, αλλά και τα εντός εμβέλειας UAV που θα περιπολούν. Επίσης η χρήση ασυρμάτων, κινητών, αλλά και πολλών πληροφοριοδοτών θα επιτρέψει τον καλύτερο συντονισμό, την συνεργασία μεταξύ των πειρατικών ομάδων, μειώνοντας τον χρόνο εκδήλωσης μιας επίθεσης, ή αποφυγής εχθρικής αντίδρασης.

   Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η ένδεια που μαστίζει τον τοπικό πληθυσμό σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη κατάρρευση της νομιμότητας, είναι εξαιρετικά πιθανό να οδηγήσει πολλούς στη συνεργασία με το ΙΚ – στις πειρατικές επιθέσεις – ή ακόμη και να δημιουργήσει μιμητές αυτών των ενεργειών, οι οποίοι δεν θα διέπονται κατ’ ανάγκη από θρησκευτικό ή άλλο κίνητρο, αλλά από απόγνωση και δυστυχία. 

  Οι πειρατές του ΙΚ (σ.σ. τους αποδίδουμε «νωρίς» τον τίτλο για τις ανάγκες του άρθρου-ανάλυσης) αρχικά θα είναι σε θέση να εκτελέσουν τριών ειδών επιχειρησιακές αποστολές: α) Εκτέλεση επιθέσεων κατά πλοίων για την κατάληψη και στη συνέχεια ρυμούλκησή τους σε ελεγχόμενη περιοχή του ΙΚ, με τελικό σκοπό την καταβολή λύτρων για το φορτίο, το σκάφος και ειδικά για το πλήρωμα, β) Εκτέλεση επιθέσεων αυτοκτονίας κατά πλοίων ειδικού ρόλου π.χ. LNG, μεταφοράς κοντέινερ, ή δεξαμενόπλοια με σκοπό την πρόκληση μεγάλων περιβαλλοντολογικών καταστροφών και γ) Εκτέλεση ένοπλης επίθεσης σε κρουαζιερόπλοια, θαλαμηγούς, ιστιοπλοϊκά, με σκοπό την δολοφονία αδιακρίτως ατόμων, ή επισημασμένων στόχων. Οι «ναυτικοί του ΙΚ» εκτός των σκληρών κτυπημάτων θα χρησιμοποιούσαν και άλλους τρόπους μεγέθυνσης των προβλημάτων και προώθησης των σκοπών του χαλιφάτου. Παράνομες δραστηριότητες όπως το λαθρεμπόριο (διαφόρων ειδών και όπλων), η σωματεμπορία ανθρώπων και κυρίως ο έλεγχος του κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών, θα προηγηθούν και θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεχισθούν παράλληλα με άλλες δράσεις. Σε ένα ακραίο σενάριο δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί ο σχεδιασμός μεταφοράς μελών του ΙΚ σε ικανούς αριθμούς, με πολύ πιθανό προορισμό τα ελληνικά νησιά και πρωτευόντως την Γαύδο και την Κρήτη. Αν προσθέσουμε την αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας σε 16 νησιά κλπ εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως η συνεργασία μεταξύ ΙΚ και τουρκικής εξωτερικής πολιτικής μπορεί αν αποβεί ιδιαιτέρως αγαστή και επωφελής [7].

   Αν δεν υπάρξει αναχαίτιση και λήψη προληπτικών μέτρων και το φαινόμενο λάβει διαστάσεις, οι ισλαμιστές θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν επιχειρήσεις διείσδυσης με πολύ πιο φιλόδοξους στόχους, όπως λιμάνια και αγκυροβόλια, πολιτικών και στρατιωτικών στόχων. Η ένταση και η συχνότητα επιθέσεων θα μπορεί να κλιμακώνεται ανάλογα με τους τακτικούς και στρατηγικούς στόχους του χαλιφάτου. Συνεπώς βρισκόμαστε ενώπιον της ανάδειξης μιας άκρως επικίνδυνης ναυτικής απειλής, της οποίας ακόμη και ένα απλό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρότατες επιπλοκές, επηρεάζοντας τις κοινωνίες και τα κράτη της κεντροανατολικής Μεσογείου (Μάλτα, Ιταλία, Ελλάδα) αλλά και της βορείου Αφρικής (Αίγυπτος, Αλγερία, Τυνησία).  

 

Επιπτώσεις – Ένα ουσιαστικό πρόβλημα ζητά λύση

   Η επίθεση σε ένα πλοίο π.χ. κοντέινερ ή σε κάποιου άλλου τύπου, θα επιφέρει ραγδία αύξηση των ναύλων και της ασφάλισης προκαλώντας κρίση και αναταραχή στη ναυτιλιακή αγορά. Το γεγονός και μόνον ότι η γραμμή δρομολογίων από και προς το Γιβραλτάρ και το Σουέζ θα τεθεί άμεσα σε κίνδυνο, θα θέσει σε κίνηση τους μηχανισμούς μιας πολυεπίπεδης κρίσης (οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής) πλήττοντας ανάλογα όλες τις χώρες της ΕΕ. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε ότι στον «αγαθό και αγγελικό» κόσμο που ζούμε, θα υπάρξουν αρκετοί κερδοσκόποι που θα θελήσουν να επωφεληθούν – ή και ακόμη να υποθάλψουν και να διευκολύνουν – την εκδήλωση των πειρατικών επιθέσεων. Υπάρχουν πρόσωπα αλλά και οργανωμένα συμφέροντα που για τους δικούς τους λόγους και σκοπούς (επαγγελματικούς, εθνικούς) ή ευρύτερους γεωπολιτικούς, θα επιθυμούσαν την εκδήλωση τέτοιων αποσταθεροποιητικών δράσεων.

   Η Τουρκία για παράδειγμα, η οποία έχει πολλάκις κατηγορηθεί ότι διατηρεί προνομιακές και όχι μόνον σχέσεις με το ΙΚ, δεν θα έβλεπε αρνητικά την εμφάνιση των τζιχαντιστών της θάλασσας, με την προϋπόθεση ότι δεν θα απειλείτο η τουριστική ζώνη στα παράλια του Αιγαίου. Υπό αυτό το πρίσμα η απειλή ενός κτυπήματος εντός του «τουριστικού κέντρου του Αιγαίου» συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες (σ.σ. χωρίς να αποκλείεται), καθώς θα έπληττε αμοιβαία τα συμφέροντα Ελλάδας και Τουρκίας [8]. Η Άγκυρα ωστόσο αναζητώντας ευκαιρίας ανάδειξής της ως περιφερειακής ναυτικής δύναμης, θα άρπαζε την ευκαιρία προκειμένου να αποστείλει πολεμικά σε μια θαλάσσια έκταση στο «μαλακό υπογάστριο» της ελληνικής ΑΟΖ, ακριβώς σε μια περιοχή όπου έχουν ορισθεί οικόπεδα προς εκμετάλλευση και αναμένεται η περάτωση των συζητήσεων με την Λιβύη. Η εμφάνιση των τζιχαντιστών της θάλασσας θα μπορούσε με έμμεσο τρόπο να καθυστερήσει τη διεξαγωγή ερευνών στα θαλάσσια οικόπεδα νοτίως της Κρήτης ή ακόμη και να προσθέσει επιπλέον προβλήματα (στο οικονομικό πεδίο) για όσες κοινοπραξίες ή εταιρείες στόχευαν να επενδύσουν. Μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε σαφέστατα τα τουρκικά συμφέροντα…
Χάρτης των περιοχών που ελέγχει το Ισλαμικό Κράτος.
Κάτω αριστερά εικονίζεται η Ντέρνα στην Κυρηναϊκή
(κόκκινο χρώμα). ΦΩΤΟ: 
   Η αντιμετώπιση των πειρατών προσκρούει σε ένα ιδιαίτερα λεπτό ζήτημα, όπως απέδειξε η εμπειρία στην Σομαλία. Παρά την εμπλοκή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων από διάφορες χώρες, ελάχιστα περιστατικά καταγράφηκαν στα οποία χρησιμοποιήθηκαν στοχευμένα πυρά κατά των πειρατών, όχι όμως από σκάφη χωρών του ΝΑΤΟ. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η νομική πλευρά του ζητήματος αντιμετώπισης παρανόμων πράξεων στη θάλασσα θα δοκιμαστούν σοβαρά καθώς το φαινόμενο των τζιχαντιστών αποτελεί μια καινούρια δυσάρεστη πραγματικότητα. Εάν ξεκινήσουν πειρατικές επιδρομές από την Λιβύη, οι διωκτικές αρχές θα πρέπει να γνωρίζουν ότι θα έχουν απέναντί τους όχι τους επυλίδες ή τυχοδιώκτες ανατολικο-αφρικανούς, αλλά έμπειρα φανατισμένα στελέχη του χαλιφάτου. Συνεπώς η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να ξεκαθαρίσει άμεσα τι σκοπεύει να πράξει και υπό ποιες συνθήκες θα δοθεί άδεια χρήσης φονικών πυρών με στόχο τους τζιχαντιστές. Ιδιαίτερα η ΕΕ οφείλει το ταχύτερο δυνατό να λάβει σειρά μέτρων, εξετάζοντας ακόμη και σε επίπεδο αποτροπής, προκειμένου να μην αιφνιδιαστεί δυσάρεστα από τις εξελίξεις. Η γενίκευση χρήσης ένοπλων φρουρών στα σκάφη όπως και η τοποθέτηση μη φονικών όπλων εντάσσονται στα προληπτικά μέτρα.    

Η ελληνική παράμετρος – ΠΝ και ΛΣ

   Η ελληνική κυβέρνηση και ειδικά τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Ναυτιλίας, δεν πρέπει να αγνοούν ότι η Κυρηναϊκή βρίσκεται ακριβώς νοτίως της Κρήτης. Γεωγραφικά είναι εγγύτερα της Γαύδου και πολύ μακρύτερα από την Σικελία, την Παντελερία ή την Λαμπεδούσα. Συνεπώς οι αποστάσεις οδηγούν στην εμπλοκή μας – σε περίπτωση συμβάντος – σε μια περιοχή όπου αναζητούμε τρόπο να συμφωνήσουμε και να οριοθετήσουμε ΑΟΖ με την Λιβύη, εάν θέλουμε να εννοούμε (σ.σ. όταν το διατυπώνουμε λεκτικά) πως στοχεύουμε αποφασιστικά να προστατεύσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα στις θαλάσσιες ζώνες που μας αφορούν. Η γεωστρατηγική θέση της Κρήτης και της Γαύδου παρέχουν έδαφος για την οργάνωση και την προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα. Το ΠΝ δεν διατηρεί μεγάλες μονάδες νοτίως της Κρήτης και είναι ιδιαίτερα δυσμενές για την ελληνική πλευρά ότι το ΛΣ δεν διαθέτει την κατάλληλη υποδομή για να αναλάβει αντιπειρατικές επιχειρήσεις. Είναι βέβαιο ότι το ΝΑΤΟ και η ΕΕ θα αντιδράσουν άμεσα μετά από κάποιο κτύπημα αποστέλλοντας αεροναυτικές δυνάμεις στην περιοχή. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να «κρυφτούμε» πίσω από το Αμερικανικό ή το Ιταλικό Ναυτικό. Όταν μάλιστα είναι αναμενόμενη η ισχυρή παρουσία του Τουρκικού Ναυτικού κοντά σε θαλάσσιες ζώνες νοτίως της Γαύδου (σ.σ. το καθεστώς της οποίας πρόσφατα αμφισβήτησε η Αγκυρα) θα ήταν σοβαρό σφάλμα και κίνδυνος για τα εθνικά ζωτικά συμφέροντα να αποδεχθούμε – επικαλούμενη την κρίση – την ανάληψη υποδεέστερου ρόλου ή ακόμη χειρότερα θέση παρατηρητή. Το ΠΝ και το ΛΣ οφείλουν άμεσα να συγκροτήσουν ομάδα εργασίας με σκοπό την μελέτη της κατάστασης και την κατάστρωση σχεδίων για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε μορφής απειλής. Η συμβολή αεροσκαφών της ΠΑ, η ετοιμότητα επιλέκτων μονάδων του στρατεύματος, όπως η αξιοποίηση επιθετικών ελικοπτέρων, θα πρέπει να εξετασθεί και να προβλεφθεί η επιχειρησιακή τους αξιοποίηση στο όλο πλαίσιο, το οποίο για αρτιότερη απόδοση καλό θα ήταν να μην αποκλείει το ενδεχόμενο ανάληψης προληπτικής δράσης, σε συνεργασία πάντα με το ΝΑΤΟ και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Επίλογος

  Σε μερικές εβδομάδες ξεκινά η τουριστική περίοδος για όλη τη νότια Ευρώπη, από τις ακτές της Ισπανίας μέχρι και τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου. Ο «καιρός γαρ εγγύς» προκειμένου να διαπιστωθεί αν θα υπάρξει εκδήλωση πειρατικής δράσης και σε ποιο επίπεδο κλιμάκωσης μπορεί να φθάσει. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω μια ιστορική λεπτομέρεια. Από το 20 π.Χ έως το 296 μ.Χ η Κυρηναϊκή μαζί με την Κρήτη αποτέλεσαν τμήμα της Επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έδρα την Γόρτυνα. Είναι μια πρόταση από την ιστορία η οποία συνδέει την Κρήτη με την βορειοαφρικανική ακτή. Επί αυτής της βάσης η Αθήνα θα μπορούσε να διεκδικήσει τη δημιουργία κέντρου για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών στη Ντέρνα. Να ζητήσει από τις ΗΠΑ την αποστολή UAV και UCAV στο Καστέλι ή και στη Σούδα. Να αρχίσει να αποσπά επί το μονιμότερο ναυτικές μονάδες στην Κρήτη (σ.σ. ο γράφων από χρόνια αρθρογραφεί υπέρ της αλλαγής της σχεδίασης του ΠΝ σε διοικητικό και επιχειρησιακό επίπεδο, έχοντας ως νέο επίκεντρο το Ναύσταθμο Κρήτης). Να συζητήσει με την Αίγυπτο και να μελετήσει μαζί με επιτελείς από τις δύο χώρες το θέμα. Να ενημερώσει και να συνεργασθεί με τις ενώσεις Ελλήνων Εφοπλιστών, τουριστικών σκαφών που έχουν έδρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το άκρως σημαντικό ΚΕΝΑΠ (μαζί με το ΠΟΣΚΕΣΘΑΜ), μπορεί να γίνει ακόμη πιο χρήσιμο και να ηγηθεί αν απαιτηθεί του αντιπειρατικού αγώνα, αρκεί να ληφθούν έγκαιρα πρωτοβουλίες. Η Ναυτική Σχολή Πολέμου (ΣΔΙΕΠΝ) επίσης μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην παραγωγή σκέψης και επιχειρησιακής διανόησης. Άρα το βάρος πέφτει στους ώμους ΓΕΕΘΑ και ΓΕΝ σε συνεργασία με το ΛΣ.

   Οι τζιχαντιστές έχουν από καιρό εντάξει την Ελλάδα στις υπό κατάκτηση περιοχές και όσο κι αν αυτό προκαλεί γέλιο, καλό θα είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο ή προβοκάτσια από κάποιον «φίλο και σύμμαχο». Η Ντέρνα βρίσκεται μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από τα ερείπια της αρχαίας Κυρήνης. Έχοντας στο μυαλό μας τις εικόνες καταστροφής των αρχαίων μνημείων και μουσείων στο Ιράκ, είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε την επανάληψη τέτοιων σκηνών στην Κυρήνη, προσφιλή τουριστικό προορισμό τις καλές εποχές; Που τελειώνει και που αρχίζει η προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς; Πρέπει να σκεφθούμε τη λήψη μέτρων και τι είδους θα είναι αυτά, όταν μάλιστα διαπιστώσαμε τι σημαίνει χαλιφάτο; Μερικές ερωτήσεις που θα έπρεπε να μας απασχολούν αλλά βλέπετε δεν υφίσταται ακόμη Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας για να σκεφθεί και να προτείνει…

   Δύο επιφανείς προσωπικότητες της χώρας μας θα βρίσκονται σε στρατηγικούς θώκους (ο Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγός Μιχαήλ Κωσταράκος [9] και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος) της ΕΕ και εφόσον επαληθευτούν τα σενάρια περί τζιχαντιστών της θάλασσας θα κληθούν να αναλάβουν δράση. Σε κάθε περίπτωση η πραγματικότητα δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το Ισλαμικό Κράτος βρίσκεται ήδη μπροστά στο κατώφλι της Ευρώπης και της Ελλάδας.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/04/blog-post.html
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το 2007 οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες εντόπισαν μεταξύ των ανδρών της ισλαμιστικής πολιτοφυλακής, η οποία μάχονταν τις δυνάμεις των ΗΠΑ, την ύπαρξη δεκάδων ανδρών λιβυκής υπηκοότητας, εκ των οποίων οι μισοί περίπου (52) προέρχονταν από την Ντέρνα.

[2] Σημειώνεται επίσης ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων από την ίδια πόλη είχε ενταχθεί στις δυνάμεις της Αλ Κάιντα.

[3] Δημοσίευμα της Wall Street Journal αποκάλυψε ότι τον περασμένο Δεκέμβριο τα γραφεία στρατολόγησης μαχητών για το ΙΚ στην Τουρκία, άρχισαν να προτρέπουν τους Λίβυους τζιχαντιστές να προετοιμάζονται για δράση εντός της χώρας τους, αντί να ενισχύουν το ΙΚ στο Ιράκ και την Συρία, με στόχο την προσάρτηση της Λιβύης στο χαλιφάτο.

[4] Οι ΗΠΑ πραγματοποιούσαν ήδη από το 2012 πτήσης με UAV της CIA και της USAF, μετά από την δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη στην Βεγγάζη. πάνω από την ευρύτερη περιοχή της Ντέρνα, γεγονός που ωστόσο ουδόλως απέτρεψε την πτώση της πόλης στους τζιχαντιστές.

[5] Στις 6 Δεκεμβρίου μετά από επιθέσεις αυτοκτονίας με παγιδευμένα αυτοκίνητα στην Βεγγάζη, στο Τομπρούκ και στο διεθνές αεροδρόμιο της Αλ Μπάυντα, κοντά στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Κυρήνη, μονάδες του Λιβυκού Στρατού επιχείρησαν να προελάσουν προς το λιμάνι αλλά αναχαιτίστηκαν στα περίχωρα.

[6] Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΜΟ το 15% της παγκόσμιας ναυτιλιακής δραστηριότητας διέρχεται μέσω της Μεσογείου.

[7] Αρκεί κάποιοι στην Αθήνα, στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο να το έχουν αντιληφθεί εγκαίρως καθώς στο Τελ Αβίβ ματαίως από καιρό προσπαθούν να προειδοποιήσουν φωνάζοντας σε ώτα μη ακουόντων, η πλειοψηφία των οποίων δυστυχώς είναι ελληνικά!

[8] Πιθανό κτύπημα σε ελληνικό νησί θα παρέλυε την τουριστική κίνηση και στις δύο ακτές, ενώ οποιοδήποτε μορφής κτύπημα στην μικρασιατική ακτή δεν επηρεάζει τις ελληνικές περιοχές (π.χ. επιθέσεις Κούρδων σε τουριστικά θέρετρα της Μεσογείου).

[9] Στις 13 Νοεμβρίου 2014 εκλέχτηκε ως Πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με απόφαση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ θα αναλάβει τα καθήκοντά του στις 6 Νοεμβρίου 2015.

από το Περι Αλός