26 Μαρτίου 2015

Πυρπολικά: Οι "κατευθυνόμενες" βόμβες της Επανάστασης του 1821.

 
Το λεγόμενο πυρπολικό πλοίο υπήρξε το κατεξοχήν ιστιοφόρο καταδρομικό πλοίο στις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. 
 
Τα πυρπολικά ήταν παλιά πλοία, ή πλοία πολύ φτηνής κατασκευής, γεμάτα με εύφλεκτα υλικά. Χρησιμοποιούνταν για να βάλουν φωτιά σε εχθρικά πλοία ή να προκαλέσουν πανικό στο πλήρωμα τους. Αγκιστρώνονταν πάνω στα εχθρικά πλοία και κατόπιν το πλήρωμα έβαζε φωτιά με αποτέλεσμα να ακολουθήσει έκρηξη ή μεγάλη πυρκαγιά. Το πλήρωμα του πυρπολικού εγκατέλειπε το πλοίο λίγο πριν αυτό εκραγεί.
 
Ιστορική χρήση
 
Τα πυρπολικά πλοία, μεγάλα ή συνηθέστερα μικρά σκάφη, ήταν σε χρήση ήδη από τη αρχαιότητα, με πιο γνωστή περίπτωση εκείνη στην Τύρο, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τον Μέγα Αλέξανδρο. Εκεί όμως δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον άλλων πλοίων, αλλά από τους κατοίκους της Τύρου για να κάψουν τον ξύλινο μώλο που κατασκεύαζαν στη θάλασσα οι Μακεδόνες προκειμένου να φτάσουν στην πόλη και να την καταλάβουν.
 
Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για χρήση πυρπολικών εναντίον εχθρικών πλοίων αφορά τη χρήση του από τους Συρακούσιους κατά του αθηναϊκού στόλου στην εκστρατεία στη Σικελία (415-413 π.Χ.). Μια άλλη γνωστή ιστορική περίπτωση έρχεται από το έτος 208 μ.Χ., όταν ο Κινέζος πολέμαρχος Χουάνγκ Γκάι χρησιμοποίησε ένα πυρπολικό γεμάτο με ξερά κλαδιά και λίπος για να καταστρέψει τον εχθρικό στόλο στη Ναυμαχία των Κόκκινων Λόφων.
 
Η εφεύρεση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς το 673 μ.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της χρήσης των πυρπολικών[εκκρεμεί παραπομπή]. Αργότερα, κι άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν αυτοί την τεχνική, όταν διαδόθηκε. Τα χρόνια που ακολούθησαν τα πυρπολικά ήταν εφοδιασμένα με σκοινιά βουτηγμένα στο λίπος και το μπαρούτι. Θεωρούνταν αποτελεσματικά ενάντια στις γαλέρες. Κατά τις Σταυροφορίες η χρήση τους ήταν πολύ διαδεδομένη. Οι Ρώσοι κατέστρεψαν το Τουρκικό στόλο το 1770 στο Τσεσμέ με χρήση πυρπολικών. Τα πλοία αυτού του τύπου σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τον 19ο αιώνα.
 
Κατά την ελληνική επανάσταση
 
Το ελληνικό πυρπολικό κατά τον αγώνα του 1821 είναι πλέον σκάφος επανδρωμένο με «έδρα» είτε συγκεκριμένο λιμάνι στο οποίο παρέμενε, είτε ελεύθερο στο πέλαγος («πελαγίσιο») που αναζητούσε στόχο.
 
Κατά τη «πυρπόληση» έπρεπε να προσκολληθεί και να προσδεθεί άρρηκτα με το εχθρικό πλοίο πολύ πολύ γρήγορα, στη συνέχεια να τεθεί σ΄ αυτό «πυρ» και έγκαιρα να εγκαταλειφθεί από το πλήρωμά του. Είναι προφανές ότι σε τέτοια επιχείρηση εκτός του θάρρους, της αποφασιστικότητας αλλά και της ψυχραιμίας απαιτείτο και πλήρης συντονισμός ενεργειών Πλοιάρχου και πληρώματος.
 
Το Πυρπολικό του 21 οφείλει τη πρώτη του κατασκευή στον Παργινό Ιωάννη Δημουλίτσα με το παρωνύμιο «Πατατούκος», ο οποίος από μικρός δούλευε σε ψαριανά καράβια και στα ταξίδια του γνώρισε τα μυστικά της κατασκευής των πυρπολικών. Στον Κων. Νικόδημο το πυρπολικό πλοίο οφείλει την τελειοποίησή του.
 
Πρώτη επιτυχής χρήση του επανδρωμένου πυρπολικού έγινε στις 27 Μαΐου 1821 στην Ερεσσό όπου οι Τούρκοι απώλεσαν ένα αξιόλογο πλοίο «γραμμής». Αναδειχθείς πρώτος Πυρπολητής] ο Παπανικολής. Τότε ξένος παρατηρητής σημείωνε «...τελικά οι Έλληνες βρήκαν το όπλο της Επανάστασης!» Μετά από αυτό το γεγονός οι Πρόκριτοι εγκρίνανε μετατροπές παλαιών ιστιοφόρων σε πυρπολικά εξαγοραζόμενα από τη τότε κυβέρνηση αντί 25.000 και 45.000 γρόσια με ισόποση περίπου δαπάνη για τη μετατροπή τους.
 
Κατασκευή και τακτική
 
Η μετατροπή γινόταν ως εξής: άνοιγαν κατα μήκος του καταστρώματος σε κάθε πλευρά κυκλικά ανοίγματα («ρούμπους») και κάτω από το καθένα έβαζαν πωματισμένα βαρέλια γεμάτα εκρηκτικά. Ακόμα και τα ιστία του πλοίου ήταν εμποτισμένα με πίσσα και νάφθα ώστε να μεταπηδήσει γρήγορα η φωτιά.
 
Κατά μήκος των πλευρών του καταστρώματος και κάτω από αυτόν κατασκευάζονταν αγωγοί γεμάτοι με εύφλεκτα μίγματα, ονομαζόμενοι «μίνες του μπαρουτιού» για τη μετάδοση της φωτιάς από συγκεκριμένο σημείο (τη «μίνα της φωτιάς») στη πρύμη του σκάφους όπου και το άνοιγμα του «άβακα» (πηδαλίου). Από αυτό το σημείο γινόταν και η διαφυγή του πληρώματος (20-25 άνδρες) και η επιβίβασή τους σε ρυμουλκούμενη λέμβο όταν ο κυβερνήτης παραμένοντας τελευταίος έθετε το «πυρ».
 
Οι επιθέσεις των πυρπολικών δεν γίνονταν μόνο σε αγκυροβολημένους στόχους αλλά και μεσοπέλαγα, λόγω μεγαλύτερης ταχύτητας. Μετά το περίφημο σήμα της επίθεσης «Με τη βοήθεια του Σταυρού επιτεθείτε!» πλησίαζαν τον εχθρό με τη πλώρη από τη προσήνεμη πλευρά -δηλαδή από εκεί που φύσαγε ή ήταν ο κυματισμός ώστε να βοηθηθεί η προσκόλληση- και γρήγορα με «κόρακες» (=γάτζους) εξασφάλιζαν την αγκίστρωση. Το πλήρωμα του εχθρικού σκάφους καταλαμβάνονταν συνήθως από πανικό και καμία αντίσταση δεν πρόβαλε αλλά έτρεχε να σωθεί.
 
Από του 1824 όμως που άρχισε η παρέμβαση του αιγυπτιακού στόλου, οι συνθήκες χρήσης των πυρπολικών ήταν δυσμενέστερες και τούτο διότι τα αιγυπτιακά πληρώματα ήταν εκπαιδευμένα και συγκροτημένα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα κυρίως του γαλλικού στρατού και ναυτικού. Πάντως τα πυρπολικά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ακόμη και όταν η Ελλάδα απέκτησε τα πρώτα πραγματικά πολεμικά, τη φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμοκίνητο «Καρτερία», τα οποία κατέστησαν το πυρπολικό δευτερεύον.
 
Πυρπολήσεις
 
Κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού αγώνα του 1821 έγιναν 59 επιθέσεις με πυρπολικά από τις οποίες οι 39 ήταν επιτυχείς, 19 απέτυχαν και 1 αμφισβητείται.
 
Επιτυχείς ήταν: - του Γέροντα, του Νταρ Μπογκάζ και της Σάμου (πλοίαρχος Γ. Βατικιώτης), - της Τενέδου (πλ. Γ. Βρατσάνος), - της Σούδας (πλ. Α. Βώκος), - Μεθώνης (Α. Δημαμάς), - Γέροντα (Γ. Θεοχάρης), - Μυτιλήνης (Δ. Καλογιάννης), - Αγ. Μαρίνας, Σάμου, Τενέδου και Χίου (Κ. Κανάρης), - Ιθάκης, Μεσολογγίου (Α. Καράβελας), - Κάβο ντ΄ Όρο, Καρπάθου (Γ. Ματρώζος), - Σάμου (Λέκας Ματρώζος), - Γέροντα, Κάβο ντ΄ Όρο, Μιλήτου και Σάμου (Λ. Μουσούς), - Αλεξάνδρειας, Κάβο ντ΄ Όρο, Μεσολογγίου (Μ. Μπούτης), - Στενά Μυτιλήνης (Κ. Νικόδημος), - Ερεσού (Δ. Παπανικολής), - Μεθώνης (Α. Παυλής ή Μπίκος), - Άθωνα, Γέροντα, Σπετσών, Χίου (Α. Πιπίνος), - Μεθώνης, Μεσολογγίου (Γ. Πολίτης), - Σάμου (Δ. Ραφαλιάς), - Αλεξάνδρειας, Μεθώνης, Μεσολογγίου (Μ. Σπαχής), - Μεθώνης, Νταρ Μπογκάζ (Δ. Τσάπελης).
 
Αποτυχούσες: - Κάβο-Μελέχα (Α. Βώκος), - Λέσβου και Γκλαρέντζας (Θ. Βώκος), - Μεσολογγίου (Α. Δημαμάς), - Ερεσού (Γ. Θεοχάρης), - Ερεσού (Γ. Καλαφάτης), - Κρήτης (Γ. Ματρώζος), - Κάβο Μελέχα, Κάβο Ματαπά (Μιχ. Μπουντούρης), - Λέσβου, Φωκαίας (Θ. Μπρέσκας), - Μεθώνης (Α. Πιπίνος), - Χίου, Σπετσών, Σάμου, Κρήτης και Μυτιλήνης (Α. Ρομπόσης), - Σάμου (Π. Σπαχής), και - Σάμου (Δ. Τσάπελης).
 
Αμφισβητήσιμες: Μία, κατά τη Ναυμαχία της Σούδας (Α. Δημαμάς)
 
Ευνόητο ότι στα επαναλαμβανόμενα παραπάνω μέρη οι επιχειρήσεις έγιναν σε διαφορετικές ημερομηνίες.
 
Από τους Πλοιάρχους των Πυρπολικών σκαφών περισσότερο τιμήθηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης ο οποίος και πέθανε ως Πρόεδρος της τότε Οικουμενικής Κυβέρνησης. Κάποτε όταν τον ρώτησαν πως έκανε το κατόρθωμα της Χίου, όπου πυρπόλησε την οθωμανική Ναυαρχίδα, απάντησε: «Είπα, Κωνσταντή, θα πεθάνεις»! 
 

25 Μαρτίου 2015

1821 Οι Φράγκοι και ο καπετάν Φραγκιάς.

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης
συνέβαλλε στην μετατροπή της
φήμης σε ευφυές στρατήγημα.
Ελαιογραφία. Εθνικό Ιστορικό
Μουσείο. ΦΩΤΟ: Περί Aλός
perialos.blogspot.gr
Μια φήμη που μετετράπη σε ευφυές στρατήγημα 
Περί Αλός 

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος 
Δημοσιογράφος – Αμυντικός αναλυτής 

«Ιδού ότι, και μη θελούσης της χριστιανικής Ευρώπης, η Ελλάς ωφελείτο εκ του ονόματος της χριστιανικής Ευρώπης», 
Ιωάννης Φιλήμων. 

Στην αφετηρία της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 συνέβη ένα παράξενο επεισόδιο, που έλαβε απρόβλεπτες διαστάσεις με ευεργετικά αποτελέσματα για την εξέλιξη της εθνεγερσίας στην Πελοπόννησο, τα πρώτα κρίσιμα εικοσιτετράωρα του αγώνα. Πρόκειται για το ελάχιστα γνωστό συμβάν με πρωταγωνιστή τον Μυκονιάτη καπετάν Φραγκιά Φαμέλη, του οποίου η παραφθορά του ονόματος δημιούργησε για βραχύ διάστημα τρόμο στους Οθωμανούς, καθώς συσχετίστηκε με την έλευση δυτικοευρωπαικών (φράγκικων) στρατευμάτων στο πλαίσιο σχεδίου ένοπλής επέμβασης υπέρ της Επαναστάσεως… 

Οι πρώτες ώρες μετά την κήρυξη του ξεσηκωμού των Ελλήνων στον Μοριά ενείχαν το στοιχείο του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την εσκεμμένη πρόκληση κύματος πανικού στις πόλεις και τα χωριά στα οποία βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οθωμανικοί πληθυσμοί (εξισλαμισμένοι Έλληνες, μουσουλμάνοι Αλβανοί και Τούρκοι). Η ηγεσία των επαναστατών στην Πελοπόννησο σχεδίασε διάφορους τρόπους εξουδετέρωσης των τοπικών φρουρών, υπολογίζοντας επίσης σοβαρά και την αντίσταση που πιθανόν να προέβαλλαν οι φίλα προσκείμενοι στην οθωμανική διοίκηση μουσουλμάνοι κάτοικοι. Σε αυτόν τον τομέα η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η καλλιέργεια φημών περί επικείμενης στρατιωτικής απόβασης φιλελληνικών δυνάμεων στον Μοριά, θα συνέβαλλε αποφασιστικά στην ανύψωση του ηθικού των επαναστατών και στην καταβαράθρωση του αντιπάλου. Ο Παπαφλέσσας υπήρξε πρωτεργάτης και ενορχηστρωτής της φημολογίας περί αναμενόμενης άφιξης ισχυρής πεζικής δύναμης από το εξωτερικό, υποστηριζόμενης από πολεμικά πλοία. Ωστόσο ούτε η δημιουργική φαντασία του «μπουρλοτιέρη των ψυχών» θα μπορούσε να κατασκευάσει την αληθινή ιστορία που έλαβε πρωτοφανή διάσταση και υπήρξε αποτέλεσμα μιας τυχαίας ενθουσιώδους πράξεως. 

Στον κόλπο του Γυθείου έξω από το Μαραθονήσι [1]βρισκόταν αγκυροβολημένα έξι πλοία (τρία έφεραν τη σημαία των Ιονίων Νήσων και τρία ανήκαν σε Μανιάτες) μεταξύ των οποίων το πλοίο του Μυκονιάτη καπετάνιου Φραγκιά Φαμέλη (με σημαία των ιονίων Νήσων) [2], ο οποίος ήταν παρατηρητής των όσων συνέβαιναν στην περιοχή. Στις 23 Μαρτίου με την έκρηξη της Επαναστάσεως στην ανατολική Μάνη, οι Γρηγοράκηδες [3] μετά από συνεννόηση με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ηγούμενος 400 περίπου ανδρών έφθασε στην περιοχή, ύψωσαν την σημαία της εθνεγερσίας στο Μαραθονήσι. Επόμενος αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάληψη του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Ωστόσο η περιοχή επιχειρήσεων παρουσίαζε πολλές δυσκολίες εξαιτίας της ύπαρξης συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών σε στρατηγικά σημεία, τα οποία διέθεταν ενισχυμένη άμυνα από οχυρωμένους πύργους και κάστρα. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής ανέμεναν με αγωνία να πληροφορηθούν τι είχε συμβεί και αν κινδύνευε η ζωή τους [4], έως ότου έφθασαν τρομαγμένοι πρόσφυγες Βαρδουνιώτες (ή Μπαρδουνιώτες) [5] σπέρνοντας τον πανικό με την είδηση ότι: «οι επαναστάτες είχαν βοήθεια από τους Φράγκους!», αναγκάζοντάς τους να πάρουν το δρόμο ως πρόσφυγες. 

Σημειώνεται ότι οι Τούρκοι ειδικά εμπιστεύονταν την ασφάλειά τους στους πολύ πιο αξιόμαχους Βαρδουνιώτες και στις ισχυρές αμυντικές θέσεις που κρατούσαν, κάτι το οποίο έπραξαν και κατά το παρελθόν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Ορλωφικών, χωρίς ωστόσο επιτυχή αποτελέσματα. Η απρόσμενη είδηση ότι φραγκικές (σ.σ. δυτικές δυνάμεις) ελάμβαναν μέρος στις μάχες στο πλευρό των επαναστατών διαδιδόταν με ταχύτητα σε όλη την νοτιοανατολική Πελοπόννησο κυρίως από τους μουσουλμάνους πρόσφυγες οι οποίοι εγκατέλειπαν τις επικίνδυνες παραθαλάσσιες περιοχές. Πως όμως είχε προκύψει αυτή η εξαιρετικά ανησυχητική είδηση;

Το Μαραθονήσι, άποψη του χωριού και των ερειπίων του
Γυθείου, χαλκογραφία του Δήμου Stephanopoli από το βιβλίο
Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grèce, Παρίσι 1800.
ΦΩΤΟ: http://el.wikipedia.org/
Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων και ειδικά ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφουν τι είχε συμβεί. Ο καπετάν Φραγκιάς Φαμέλης που είχε αγκυροβολήσει με το πλοίο του έξω από το Μαραθονήσι (Γύθειο) θέλησε να συμμετάσχει και αυτός στη γενική χαρά και να τιμήσει την έναρξη της Επαναστάσεως, στην οποία συνείσφερε και ο ίδιος καθώς μετέφερε 60 οκάδες πυρίτιδα, την οποία παρέδωσε στις 25 Μαρτίου στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Ο Φραντζής αναφέρει ότι ο Φραγκιάς θα φόρτωνε αργότερα βελανίδια. Εκείνη την περίοδο τα πλοία έφεραν για λόγους προστασίας έναντι των πειρατών περιορισμένο αριθμό πυροβόλων και ο μόνος τρόπος απόδοσης τιμών ήταν – και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα – η ρίψη κανονιοβολισμών. Ο Φραγκιάς μαζί με τους υπόλοιπους κυβερνήτες το έπραξαν μετά μάλιστα από προτροπή του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος είχε φροντίσει να μεταφέρει μπροστά στα μάτια του κόσμου από τα πλοία, αξίνες, φτυάρια και άλλα υλικά (σ.σ. τα οποία έμοιαζαν με οπλισμό) διαδίδοντας ότι αποτελούσαν μέρος της βοήθειας που έφτανε δήθεν από τους Φράγκους. Όταν ήχησαν οι κανονιοβολισμοί ο πληθυσμός ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Ο καπετάνιος μετείχε στον ενθουσιασμό των ημερών «προς δόξαν της επαναστάσεως και υπέρ της ελευθερίας» και γρήγορα ο κόσμος ρωτούσε ποιος έβαλλε, για να λάβει την απάντηση ότι προέρχονταν από τον Φραγκιά. 

Πολύ γρήγορα το όνομά του από στόμα σε στόμα μεταβλήθηκε σε θρύλο, ενώ ορισμένοι θεώρησαν σωστό να μεταφέρουν ότι οι κανονιές προέρχονταν από ξένα πολεμικά πλοία. Η έκταση της είδησης θα έμενε περιορισμένη στις περιοχές πέριξ του Γυθείου, μέχρις ότου το πληροφορήθηκαν κάποιοι Βαρδουνιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή Τρίνησα στο εσωτερικό του Λακωνικού Κόλπου. Μόλις διαπίστωσαν ότι ο συνδυασμός κανονιοβολισμών από πλοία που έφεραν την σημαία των Ιονίων Νήσων – υπό βρετανική διοίκηση – με το όνομα Φραγκιάς ήταν πραγματικό γεγονός, φαίνεται ότι παρερμήνευσαν (σκόπιμα;) την πληροφορία και άρχισαν να διαδίδουν στους ομόθρησκούς τους ότι φραγκικά πλοία υποστηρίζουν τους επαναστάτες και οσονούπω αποβιβάζουν και στρατεύματα. Μάταια ορισμένοι Έλληνες προσπάθησαν να τους μεταπείσουν ότι αδίκως ανησυχούν και ότι πρόκειται περί υπερβολών. 

Ο Φραντζής αναφέρει ότι οι Οθωμανοί είχαν πλέον γίνει εξαιρετικά καχύποπτοι και φαντάζονταν ότι οι Έλληνες σκοπίμως τους παραπλανούσαν ώστε να μείνουν και να αιχμαλωτιστούν από τους ξένους εισβολείς! Την ταραχή και τον φόβο σε επίπεδο ψυχολογικών επιχειρήσεων φρόντισε να καλλιεργήσει και εντείνει ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης γράφοντας σε επιστολή προς γνωστούς του Βαρδουνιώτες ότι τα όσα συνέβαιναν αποτελούν σχεδιασμό των Ευρωπαίων (Φράγκων) και πως αναμένει σύντομα αποβάσεις στρατευμάτων. Μάλιστα τους συμβούλευσε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετοικήσουν σε ασφαλέστερη περιοχή, καθώς και ο ίδιος θα ήταν αναγκασμένος – ανωτέρα βία… - να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις εναντίον τους. Συνεπώς η αναμονή της επέμβασης δυτικών δυνάμεων – την οποία είχε εγκαίρως δημιουργήσει η επιστολή Μαυρομιχάλη – σε συνδυασμό με την διασταλτική παρερμηνεία της λέξης «Φραγκιάς», επέφεραν πανικό και εξυπηρέτησαν τον σκοπό της επανάστασης, δηλαδή την πτώση του ηθικού των αντιπάλων και την ταχεία διάδοση της φήμης περί έξωθεν υποστήριξης και άφιξης στρατιωτικής βοήθειας υπέρ των Ελλήνων επαναστατών.  

Η είδηση περί άφιξης «της φραγκιάς» οδήγησε στην εγκατάλειψη όλων των θέσεων των Βαρδουνιωτών στην ανατολική Μάνη και την εκκένωση δύσβατων περιοχών και περασμάτων, η άμυνα επί των οποίων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα και θύματα στους επαναστάτες. Ακόμη χειρότερα αποτελέσματα επέφερε η φημολογία στους ευρισκόμενους εντός των τειχών του κάστρου του Μυστρά Τούρκους και Βαρδουνιώτες, οι οποίοι αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στην ασφάλεια του φρουρίου της Τριπολιτσάς. Μάλιστα ο τοπικός διοικητής Βακκή Εφέντι παρακινήθηκε από τον πατέρα του Σιεχ Νετζίπ να έλθει το συντομότερο δυνατό στην Τρίπολη. Ο Φραντζής σημειώνει πως οι σύζυγοι των Οθωμανών προέτρεπαν πιεστικά τους άνδρες να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να φύγουν το συντομότερο δυνατόν για την Τρίπολη. Οι Οθωμανοί του Μυστρά είχαν πανικοβληθεί αφήνοντας στους χριστιανούς τα κλειδιά των σπιτιών τους. 

Ο Φιλήμων περιγράφει: «Νάτε τα κλειδιά, γειτόνοι. Αν γυρίσουμε, νά ‘ναι ΄δικά μας τα σπήτια κ’αν δέν γυρίσουμε, νά ‘ναι δικά σας» [6]. Η μαρτυρία του Αμβρόσιου Φραντζή για τις επιπτώσεις της φήμης για την «φραγκιά» είναι αποκαλυπτική: «Ακούσαντες οι της πόλεως και των Μπαρδουνίων Οθωμανοί τον τοσούτον κανονιοβολισμόν, έτι μάλλον υπέπεσαν εις παραφροσύνην, και έσπευδεν ο καθείς εξ αυτών να τρέξη με ό,τι δυνηθή ν’ αρπάση πρόχειρον, δια να οχυρωθή εις την Τριπολιτζάν... Εκ τούτου μη δόντες καιρόν, άφισαν των τραπεζών των και τας τροφάς (ούσης ώρας γεύματος) δια να μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι, και χωρίς να συλλογισθώσιν ούτε οικίας, ούτε κινητήν περιουσίαν, παραδόντες δε μόνον εκ των κινητών των πραγμάτων όσα εδυνήθησαν εις τους αδελφούς Ιατρακαίους, και εις άλλους δια να τα φυλάξωσιν επ’ ελπίδι ότι επιστρέψανες να τα λάβωσι (την 26 Μαρτίου Μ.Μ), ανεχώρησαν όλοι ομού με τόσην βίαν, ώστε αγάδες, κυρίαι, χανούμαι και κοράσια και γραίαι έτρεχον ανυπόδητοι εις τας οδούς δια να εισέλθωσιν εις την Τριπολιτζάν μίαν ώρα προτήτερα...». 

Ο Φιλήμων υπογραμμίζει ότι η παρουσία τόσων μουσουλμάνων στην Λακωνία καθιστούσε την επανάσταση «ταλαντευόμενη» [7]. Ωστόσο ο πανικός συνδυάστηκε με την ευρέως διαδεδομένη πολιτική πρόληψη μεταξύ των μουσουλμάνων ότι τα χριστιανικά έθνη της δύσης (Μοσκόβ γκιαούρ, Νέμτσα γκιαούρ, Φραγκσίζ γκιαούρ, Ιγκιλίζ γκιαούρ) θα προσέτρεχαν να βοηθήσουν τους Έλληνες. Από ιστορικής απόψεως η μνήμη των ορλωφικών, της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) και των προσπαθειών Αυστριακών, Γάλλων και Βρετανών να υφαρπάξουν εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε με τον καιρό δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν ήταν μακριά η ημέρα κατά την οποίαν θα εκδηλωνόταν μια νέα «σταυροφορία» απελευθέρωσης των ελληνικών εδαφών. 

Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής
Επαναστάσεως, σελ. 44.
ΦΩΤΟ/ΕΠΕΞ: Περί Αλός perialos.blogspot.gr
Επίλογος 

Η μετατροπή μιας απλής φήμης, του ονόματος του καπετάν Φραγκιά, σε ευφυές στρατήγημα περί δήθεν ελεύσεως φραγκικών δυνάμεων, υπήρξε ένα γεγονός που ευνόησε για μερικές μόνον ημέρες αλλά αποφασιστικά τους επαναστατημένους Έλληνες σε τρία επίπεδα: 
α) Στις ψυχολογικές επιχειρήσεις, προκάλεσε πτώση ηθικού και πανικό στον εχθρό και κυρίως στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος τρομοκρατημένος γέμισε τους δρόμους προς την Τριπολιτσά, προκαλώντας μαζική έξοδο χιλιάδων, επιτείνοντας τη σύγχυση τις πρώτες κρίσιμες ημέρες, 

β) Σε τακτικό επίπεδο, οδήγησε στην ταχεία κατάληψη σημαντικών οχυρών σημείων και κάστρων στην Λακωνία, για τα οποία θα έπρεπε να διεξαχθεί σφοδρός και πολύνεκρος αγώνας, 

γ) σε στρατηγικό επίπεδο, ανάγκασε τους Οθωμανούς να εκκενώσουν εκτενείς περιοχές και να αφήσουν μόνες τους τις αποκομμένες φρουρές που βρίσκονταν νοτίως της Τριπολιτσάς, εκτιμώντας από την εμπειρία των ορλωφικών ότι μόνον εκεί μπορούσε να προβληθεί αντίσταση έναντι των δυτικών στρατευμάτων. 

Η ιστοριογραφία έχει καταγράψει το επεισόδιο του Φραγκιά ως ένα «ευχάριστο» συμβάν της πρώτης φάσης του αγώνα. Ένα αφήγημα που αποδεικνύει την ικανότητα των Ελλήνων (σ.σ. το πνεύμα του Οδυσσέα) και την ευκολία εξαπάτησης των αλλοθρήσκων. Η αλήθεια είναι διαφορετική και τιμά ακόμη περισσότερο τους ευρισκόμενους σε δεινή θέση επαναστάτες. Αποκαλύπτει ότι η τοπική ηγεσία εκμεταλλεύτηκε κάθε δυνατή ευκαιρία που της παρουσιάστηκε προκειμένου να επιτύχει σε σύντομο χρόνο τα μέγιστα αποτελέσματα. Το όνομα του πατριώτη Μυκονιάτη καπετάνιου Φραγκιά Φαμέλη χαράχτηκε στις σελίδες της ιστορίας χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, χωρίς καν να το έχει σχεδιάσει. Από την θάλασσα προήλθαν οι πρώτες κανονιές του Φραγκιά χαιρετίζοντας την Επανάσταση. Από το υγρό στοιχείο, την διαχρονική βάση ανάδειξης των ναυτικών δυνάμεων, προήλθε το πρώτο επιτυχές στρατήγημα της εθνεγερσίας, από έναν καπετάνιο που η τύχη έφερε να έχει ως επώνυμο τη λέξη με την οποία η ελληνική συλλογική μνήμη προσδιόριζε τη χριστιανική δύση. Η φραγκιά που εκείνες τις φωτεινές ημέρες της εποποιίας του 1821 βοηθούσε άθελά της έναν αγώνα που η ίδια δεν επιθυμούσε και καταδίκαζε… 

ΠΗΓΗ: Περί Αλός 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 
[1] Το αρχαίο Γύθειο μεγάλο μέρος του οποίου καταποντίστηκε με τον σεισμό του 375 μ.Χ. είχε καλυφθεί εξαιτίας των επιχώσεων των γύρω χειμάρρων. Μόλις τον 17ο αιώνα (λόγω της εκστρατείας του Μοροζίνι) ξεκίνησε η περιοχή να χρησιμοποιείται και ήταν γνωστή ως Μαραθονήσι. 
[2] Δεν έχουν διασωθεί στοιχεία για τον κυβερνήτη και το είδος του πλοίου. 
[3] Οι Γρηγοράκηδες (Πιέρρος, Τζαννετάκης, Δημήτρης Τσιγούριος, Παναγιωτάκης, Θεόδωρος, Θωμάς) υπό την ηγεσία του γηραιού Αντωνόμπεη Γρηγοράκη χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, η πρώτη είχε ως αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Μυστρά και η δεύτερη της Μονεμβασιάς. Σημειώνεται ότι μια εκ των ανιψιών του Αντωνόμπεη η Αικατερίνη παντρεύτηκε τον Πιέρρο Μαυρομιχάλη και γέννησε τον Πετρόμπεη. 
[4] Οι χριστιανοί κάτοικοι έσπευδαν να καθησυχάσουν τους αλλόθρησκους γείτονές τους ότι δεν κινδύνευαν.
[5] Πρόκειται για αλβανικής καταγωγής μουσουλμάνους οι οποίοι ήλεγχαν 46 οχυρούς πύργους, το κάστρο της Βαρδούνιας και μπορούσαν να επιστρατεύσουν 2.490 ένοπλους άνδρες με τυφέκια. Τα στοιχεία παραθέτει ο Αμβρόσιος Φραντζής. 
[6] σελ. 44. [7] «… Εν γένει δε, υπαρχόντων των Βαρδουνιωτών εν τη Λακεδαίμονι, η επανάστασις των Ελλήνων αυτής διετέλει ταλαντευομένη», Φιλήμων, Βιβλίο Γ΄, σελ. 42.  

Βιβλιογραφία 

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ, Η Ελληνική Επανάσταση, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, Αθήνα 1975. 
Τζώρτζης Π. Τζωρτζάκης, Η πρωτεύουσα της Μάνης Γύθειον - Μαραθονήσι, Αθήνα 1981. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα, 1860. 
Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Τόμος Α΄, Αθήνα, 1839.

από το Περι Αλός

16 Φεβρουαρίου 2015

Το σπίτι «τριήρης» με τους μεθυσμένους ενοίκους!

Η τριήρης «Ολυμπιάς» κατά
τη διάρκεια εργασιών
επισκευής. Απρίλιος 2012.
ΦΩΤΟ: Περί Αλός
Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας

Από τα «Παράδοξα» του Περί Αλός

Ο Τίμαιος ο Ταυρομενίτης μας πληροφορεί ότι μια οικία στον Ακράγαντα της Σικελίας ονομάστηκε τριήρης για τον εξής λόγο:

Εκεί είχε συγκεντρωθεί μια παρέα νέων η οποία είχε πιει τόσο πολύ κρασί ώστε έφτασε σε ένα μεθύσι άνευ προηγουμένου. Το υπερβολικό κρασί θόλωσε το μυαλό τους ώστε έφτασαν στο σημείο να πιστέψουν ότι το σπίτι ήταν τριήρης πάνω στην οποία ταξίδευαν και ότι κατά τον πλου κατελήφθησαν από σφοδρή τρικυμία. Έτσι, νομίζοντας ότι ο κυβερνήτης τους διέταξε να ελαφρώσουν το πλοίο εξ’ αιτίας της τρικυμίας, άρχισαν οι νέοι να πετούν έξω από τα παράθυρα της οικίας όλα τα αντικείμενα, στρώματα, και οικιακά σκεύη. Είχαν την αίσθηση με αυτόν τον τρόπο, ότι τα πετούσαν στην θάλασσα και ότι το πλοίο θα γινόταν πιο ελαφρύ. Αυτό όμως το περιστατικό έκανε πολύ κόσμο να συγκεντρωθεί έξω από το σπίτι των νέων, να χαζεύει το γεγονός και να αρπάζει όλα αυτά που πετούσαν οι μεθυσμένοι. Ούτε όμως μετά από όλα αυτά συνήλθαν οι νέοι.

Την επομένη ημέρα όταν έφθασαν οι άρχοντες της πόλης στην οικία των μεθυσμένων, εκλήθησαν οι νέοι ενώπιον αυτών να δώσουν εξηγήσεις. Αυτοί, ενώ ακόμη αισθάνονταν ναυτία, απάντησαν στις ερωτήσεις των αρχόντων και τους εξήγησαν ότι αναγκάστηκαν λόγω της τρικυμίας να ελαφρώσουν το πλοίο ρίχνοντας το περιττό φορτίο στην θάλασσα.

Ενώ οι άρχοντες απορούσαν πως έφθασαν σε τέτοια έκσταση φρενών, ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τους νέους αποκρίθηκε: 

[Εγώ, ω άνδρες Τρίτωνες [1], επειδή τρόμαξα υπερβολικά, ρίχτηκα όσο μπορούσα γρηγορότερα στο κατώτατο μέρος του πλοίου (στους θαλάμους) και έμεινα εκεί ξαπλωμένος]

«Ἐγώ δ’, ἔφη, ἄνδρες Τρίτωνες, ὑπὸ τοῦ δέους καταβαλών ἐμαυτὸν ὑπὸ τοὺς θαλάμους ως ἔνι μάλιστα κατωτάτωἐκείμην» (Αθηναίου, Δειπνοσοφιστών, Β’ 5 [37 d]).

Οι άρχοντες αφού τους έκαναν παρατήρηση, τους συγχώρησαν και τους συνέστησαν στο μέλλον να πίνουν λιγότερο κρασί. Έτσι τους άφησαν ελεύθερους. Το αστείο είναι ότι οι νέοι αφού εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους, είπαν:

[Άν κατορθώσουμε να απαλλαγούμε από την φοβερή τρικυμία και φθάσουμε στο λιμάνι, θα σας ανακηρύξουμε σωτήρες μας, και θα στήσουμε στην πατρίδα μας τους ανδριάντες σας δίπλα από τους θαλάσσιους θεούς μας, γιατί οφείλουμε την σωτηρίας μας στην ευτυχή εμφάνισή σας]

«ἄν λιμένος (ἔφησαν) τύχωμεν ἀπαλλαγέντες τοσούτου κλύδωνος, Σωτῆρας ὑμᾶς ἐπιφανεῖς μετὰ τῶν θαλασσίων δαιμόνων ἐν τῇ πατρίδι ἱδρυσόμεθα ὡς αἰσίως ἡμῖν ἐπιφανέντας» (Αθηναίου, Δειπνοσοφιστών, Β’ 5 [37 e]).

Ιδού για ποιόν λόγο η οικία αυτή ονομάστηκε «τριήρης»!
«Ἐντεῦθεν ἡ οἰκία τριήρης ἐκλήθη».

(Αθηναίου, Δειπνοσοφιστών, Β’ 5 [37 b-e])
ΠΗΓΗ: Περί Αλός

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Οι Τρίτωνες ήταν ακόλουθοι του Ποσειδώνος υπό την αρχηγία του Τρίτωνος, του υιού της Αμφιτρίτης.

Ενέδρες θανάτου άρχισε να στήνει το (S120) "Παπανικολής" στην Α.Μεσόγειο - Την Τρίτη καθελκύεται και το (S122) "Ματρώζος".

Την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις των ΕΝΑΕ στον Σκαραμαγκά η τελετή καθέλκυσης του υποβρυχίου ΜΑΤΡΩΖΟΣ (S122), του τρίτου υποβρυχίου Τύπου 214 που παραλαμβάνει το ΠΝ προκειμένου να ξεκινήσει τις προβλεπόμενες δοκιμές αποδοχής από το ΠΝ!

Η ένταξη στο δυναμικό του ΠΝ συνολικά τεσσάρων υποβρυχίων (S120) "Παπανικολής", (S121) "Πιπίνος", (S122) "Ματρώζος" και του εκσυγχρονισμένου Type 209/1200 (S118) "Ωκεανός") με σύστημα AIP αποτελεί μια κρίσιμη εξέλιξη στην ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για την Ελλάδα.

Με δεδομένο ότι ο στόλος των φρεγατών είναι σαφώς "κουρασμένος" από τα 40 χρόνια υπηρεσίας των "S" (ακόμα και οι έξι εκσυγχρονισμένες κανονικά θα έπρεπε να ξεκινήσουν να αποσύρονται από του χρόνου με ρυθμό μία ανά έτος μέχρι το 2022, ενώ οι υπόλοιπές τρεις θα έπρεπε ήδη να αναπαύονται στα διαλυστήρια πλοίων), αλλά και ο υποβρυχιακός στόλος των "αρχαίων" 209/1100 και Type 209/1200 "με το ζόρι" κρατιέται σε υπηρεσία απλώς γιατί δεν υπάρχουν άλλες λύσεις, η έλευση σε υπηρεσία των πλέον προηγμένων υποβρυχίων της Α.Μεσογείου αποτελεί "ανάσα" για το ΠΝ.

Να σημειώσουμε ότι ήδη έχουν εκτελεστεί αποστολές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (θα μας επιτραπεί να μην πούμε σε ποιες ακριβώς θαλάσσιες περιοχές) όπου το S120 "Παπανικολής" έδειξε την αξία του όχι απλώς περνώντας απαρατήρητο, αλλά εκτελώντας και σύνθετα σενάρια μάχης που θα μπορούσαν να "σφαγιάσουν" τον εχθρικό στόλο.

Το υποβρύχιο πλέοντας αθέατο σε μεγάλο βάθος, προσέγγισε περιοχές εχθρικών ναυστάθμων, αναδύθηκε σε βάθος βολής τορπίλης και εκτέλεσε εικονικές βολές με τις παλαιές αλλά αξιόμαχες ακόμα τορπίλες SUT.

Απλά σε συνθήκες μάχης, λόγω της σημαντικά μειωμένης ακτίνας δράσης των SUT σε σχέση με τις νέες τορπίλες βαρέως τύπου, η απεμπλοκή των Type 214 θα είναι πολύ πιο εύκολη απ'ότι με τις SUT.

Το σημαντικό είναι το "Παπανικολής" δεν έγινε αντιληπτό σε καμία περίπτωση, ενώ σε μία περίπτωση στο νοτιοανατολικό Αιγαίο που "οι απέναντι" έδειξαν να αντιλαμβάνονται ότι "κάτι υπάρχει" και σήκωσαν MPA CN-235, το "Παπανικολής" κατάφερε να διαφύγει σχετικά εύκολα και ενώ το αεροσκάφος παρέμεινε στην περιοχή που δρούσε, αλλά είχε αποχωρήσει για άλλες δύο ωρες (μάλιστα σηκώθηκε κι ένα δεύτερο...).

Μόνη έλλειψη - αλλά πολύ σημαντική - η οποία ταχύτατα θα πρέπει να αποκατασταθεί, είναι η απόκτηση νέων τορπιλών βαρέως τύπου στο πρόγραμμα που φέρει την - τελευταία - υπογραφή του πρώην ΥΕΘΑ Δ.Αβραμόπουλου.

Από εκεί και πέρα το ζήτημα είναι να παραδοθεί γρήγορα και το S123 "Κατσώνης" και να δούμε τι θα γίνει με προμήθεια νέων υποβρυχίων, αφού με πέντε υποβρύχια έναντι 18 τουρκικών η ισορροπία απλώς δεν υφίσταται.

Η ποιοτική υπεροχή που απολαμβάνει σε ένα μέρος του υποβρυχιακού στόλου του το ΠΝ λόγω της ένταξης των πέντε υποβρυχίων με σύστημα αναερόβιας πρόωσης, τελειώνει περί το 2018, όταν θα αρχίσουν να εντάσσονται σε υπηρεσία τα έξι τουρκικά υποβρύχια Type 214TN.

Μέχρι τότε πρέπει να έχει δρομολογηθεί η απόκτηση επιπλέον τριών έως επτά (!) υποβρυχίων (αφού η νέα δομή θέλει 12 υποβρύχια ετοιμοπόλεμα), ενώ θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η παραλαβή των νέων τορπιλών βαρέως τύπου.

Αλλωστε, το 2018 το ΠΝ θα έχει επιχειρησικά πρακτικά μόλις 5 (!) υποβρύχια, τα τέσσερα Type 214 και το "Ωκεανός" που κανείς δεν ξέρει αν πληρεί 100% τις προδιαγραφές του ΠΝ πριν τελειώσουν οι δοκιμές αποδοχής...

Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

5 Φεβρουαρίου 2015

Θρίλερ στη Νιγηρία: Νεκρός Έλληνας υποπλοίαρχος από επίθεση πειρατών.

Άλλοι δύο Έλληνες ναυτικοί όμηροι των ενόπλων - Όλο το χρονικό του φόνου και της διπλής απαγωγής. 

Έλληνας υποπλοίαρχος έπεσε νεκρός στη διάρκεια ένοπλης επίθεσης από πειρατές που  δέχθηκε το υπό σημαία Μάλτας πλοίο M/T 'KALAMOS'' της εταιρείας Aelos Managment SA και έδρα τον Πειραιά το οποίο βρισκόταν εν αναμονή φόρτωσης στη θαλάσσια περιοχή QUA IBOE της Νιγηρίας, με 23 μέλη πλήρωμα, μεταξύ των οποίων 10 Έλληνες. 

Η εταιρεία είναι συμφερόντων Επαμεινώνδα Εμπειρίκου, πρώην προέδρου του greek committee του Λονδίνου.

Το εν λόγω πλοίο προερχόταν από Κίνα με προορισμό τη Νιγηρία, κενό φορτίου.

Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Έλληνας υποπλοίαρχος του πλοίου, ενώ απήχθησαν τρία μέλη πληρώματος, εκ των οποίων δύο Έλληνες, ανθυποπλοίαρχοι στο βαθμό.

Το M/T ''KALAMOS'' παραμένει ασφαλώς αγκυροβολημένο στην ανωτέρω θαλάσσια περιοχή, ενώ για το περιστατικό έχει ήδη ενημερωθεί το Υπουργείο Εξωτερικών για τις δικές του, κατά λόγο αρμοδιότητας, περαιτέρω ενέργειες.

Το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής ενημερώθηκε σήμερα το απόγευμα.

Το χρονικό της επίθεσης

Σύμφωνα με πληροφορίες του protothema.gr, οι πειρατές πλησίασαν το πλοίο με ταχύπλοο, όμως έγιναν αντιληπτοί από τον Έλληνα καπετάνιο, ο οποίος σήμανε συναγερμό και ζήτησε από το πλήρωμα να πάει να κλειστεί στο δωμάτιο ασφαλείας.

Πάνω στο πλοίο υπήρχαν δύο Νιγηριανοί ένοπλοι φρουροί. Όμως, ο Έλληνας υποπλοίαρχος κατευθύνθηκε προς τους πειρατές, με στόχο να αποτρέψει την επιβίβασή τους στο πλοίο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, τον ακολούθησε και ο α' μηχανικός. Τελικά, στο πλοίο κατάφεραν να ανέβουν δύο ένοπλοι πειρατές, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τους δύο ναυτικούς ως ανθρώπινη ασπίδα.

Ο καπετάνιος φώναξε στους φρουρούς να μην πυροβολήσουν, όμως, λόγω της έντασης, δημιουργήθηκε αναστάτωση, έπεσαν πυροβολισμοί και η τραγική συνέπεια ήταν να σκοτωθεί ο Έλληνας πλοίαρχος.

Στο μεταξύ, τα άλλα μέλη του πληρώματος έσπευσαν να βοηθήσουν τους συναδέλφους τους, χωρίς αποτέλεσμα. Οι πειρατές κατάφεραν να πάρουν ως ομήρους, τους δύο Έλληνες ανθυποπλοίαρχους και έναν Πακιστανό ναύτη και στη συνέχεια διέφυγαν με το ταχύπλοο.

Δεν υπάρχει καμία επικοινωνία με τους πειρατές προς το παρόν, ενώ ήδη διαπραγματευτές, από το Λονδίνο, βρίσκονται στη Νιγηρία για λογαριασμό της εταιρείας, περιμένοντας τα αιτήματά τους.

«Εκφράζουμε τη βαθιά λύπη της Ελληνικής Πολιτείας για την τραγική απώλεια αλλά και για την περιπέτεια των τριών απαχθέντων, όπως επίσης και τη συμπαράστασή μας στις οικογένειές τους, καθώς και σε όλη τη ναυτική οικογένεια. Η περαιτέρω διαχείριση του περιστατικού απαιτεί ιδιαίτερα προσεχτικούς χειρισμούς για να επιτευχθεί η απελευθέρωση των απαχθέντων» αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο αναπληρωτής υπουργός Ναυτιλίας, Θοδωρής Δρίτσας.

Το υπουργείο στην ανακοίνωσή του σημειώνει ότι «Πρόκειται για ένα βαρύ πλήγμα για την οικογένεια των Ελλήνων ναυτικών. Τα Υπουργεία Εξωτερικών και Ναυτιλίας, έχουν αναλάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για τη μεταφορά της σωρού του νεκρού ναυτικού, τη διάσωση των ομήρων και τη διερεύνηση του συμβάντος».

πηγή 

6 Ιανουαρίου 2015

Διαβάστε το συγκλονιστικό ημερολόγιο ενός επιβάτη του Norman Atlantic.

Παραθέτω αναδημοσιεύοντας από το defencenet το παρακάτω ημερολόγιο του επιβάτη του Norman Atlanitc Ανδρέα Οικονόμου διότι αξίζει να δούμε με τον πλέον παραστατικό τρόπο πως αντιλαμβάνεται ένας απλός επιβάτης (λόγω των πολλών ταξιδιών του τον θεωρώ σχετικά έμπειρο επιβάτη) τις κρίσιμες στιγμές ενός ναυτικού ατυχήματος. 
Μπορεί εμείς όλοι που εκπαιδευόμαστε ή υπηρετούμε το Πολεμικό ή Εμπορικό Ναυτικό να έχουμε μια άλλη αντίληψη της κατάστασης και να βλέπουμε με άλλο πλεόν "μάτι" μια τέτοια δύσκολη κι ακραία κατάσταση, αλλά οφείλουμε, και πολύ περισσότερο όσοι από εμάς υπηρετούν σε επιβατικά πλοία, να γνωρίζουμε πως αντιλαμβάνονται οι επιβάτες τα όσα συμβαίνουν κατά τις κρίσιμες αυτές ώρες.....
Εξάλλου πολλές από τις ευθύνες πέρα από αυτές των αρχών για ένα τέτοιο ατύχημα βαραίνουν και τα ανεκπαίδευτα πληρώματα... (φυσικά ακόμα και σε αυτό φέρουν ευθύνη και οι εταιρείες)... 
O Ανδρέας Οικονόμου αποφάσισε να γράψει σε πέντε κεφάλαια στο Facebook όλο το εφιαλτικό σκηνικό που έζησε πάνω στο Norman Atlantic. Τα λόγια του σοκάρουν και προκαλούν πόνο και οργή για τα όσα έζησαν μεγάλοι και μικροί μέχρι να καταφέρουν να σωθούν. Ο αγώνας πάνω στο Norman Atlantic αλλά και οι ώρες μέσα στη λέμβο μέχρι να καταφέρουν να ανέβουν στο πλοίο φέρουν δάκρυα στα μάτια. 
«Εγραψα αυτά που έζησα. Με τα δικά μου μάτια, αυτιά, εγκέφαλο και ψυχή», λέει ο Ανδρέας Οικονόμου, που σώθηκε μαζί με την οικογένειά του μετά από μέρες στη θάλασσα.
Διαβάστε το συγκλονιστικό ημερολόγιο, την περιπέτεια ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να ανεβάσει την οικογένειά του στο πλοίο και τελικά έζησε την κόλαση.
Επεισόδιο πρώτο: Η ΒΛΑΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΗΤΗ
Σάββατο 27 Δεκέμβρη.
Είναι το ταξίδι που εγώ και η οικογένειά μου το περιμένουμε τόσο πολύ. Είναι η ανάσα της χρονιάς για μας. Και το κάνουμε χρόνια τώρα. Φέτος θα πηγαίναμε στη Βενετία. Η Βενετία είναι παραμυθένια και το χειμώνα πιο πολύ!
Ταξίδι απ’ την Ηγουμενίτσα, ώρα 11και 59 η αναχώρηση. Τέτοια ακρίβεια τρομάρα τους. Στον αληθινό κόσμο η αναχώρηση είναι κάπου μεταξύ 12 και 4 το πρωί.
Πλοίο το Hellenic spirit της ΑΝΕΚ. Έχω ταξιδέψει πολλές φορές μ’ αυτό. Ξέρω αρκετούς απ’ το πλήρωμα με τα μικρά τους ονόματα. Ξέρουν την Αλίνα μου και μου δείχνουν φωτογραφίες με τα δικά τους παιδιά.
Το Hellenic spirit όταν μπαίνει στο λιμάνι είναι χριστουγεννιάτικο δέντρο. Φώτα παντού, ανοίγει η καρδιά σου και βιάζεσαι να επιβιβαστείς.
Είμαι τελευταίος στη σειρά των ΙΧ αυτοκινήτων και περιμένουμε το καράβι. Προσπαθώ να τακτοποιήσω τα εισιτήρια στο φάκελο και το μάτι μου πέφτει στο όνομα του πλοίου. Norman Atlantic.
Έτσι απλά. Χωρίς καμία ενημέρωση για την αλλαγή. Ούτε καν στο check in μια κουβέντα κάτι…
Άστο μπορεί να είναι κι΄αυτό καλό λέω στην Έλενα για να απαλύνω την απογοήτευση.
Περιμένουμε (το 11 και 59 που λέγαμε, ε καμιά σχέση)
Και έρχεται. Ένα μουντό σκοτεινό πράμα εμφανίστηκε στο λιμάνι. Ο ελιγμός που κάνουν τα πλοία είναι τέτοιος που, εμείς που περιμένουμε στη σειρά, πρώτα βλέπουμε την πλώρη του (το μπροστά για τους αμύητους) και μετά γυρίζει και ακουμπά την πόρτα της πρύμνης (δεν χρειάζεται το εξηγήσω) του στην προβλήτα.
Τούτο, λόγω της απειρίας του Ιταλού κυβερνήτη στο συγκεκριμένο λιμάνι, στάθηκε αρκετή ώρα με την πλώρη προς εμάς. Μας κοίταζε. ΕΤΣΙ ΕΝΟΙΩΣΑ.
Και μου ξεφεύγει μπροστά στο Αλινάκι μου:
ΡΕ ΕΛΕΝΑ ΤΙ ΧΑΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΌ.
Κι η Ελενα μούδιασε.
Αυτό άρχισε να γυρίζει. Άραξε. Άνοιξε την πόρτα και τα αυτοκίνητα άρχισαν να μπαίνουν. Εμείς τόση ώρα αμίλητοι. Κοιτούσαμε. Όταν ήρθε η σειρά μου να ξεκινήσω, ρώτησα: Έλενα θα μπούμε; Δεν ξέρω βρε Αντρέα, μου απαντά, εσύ τι λες;
Δεν απαντάω και προχωράω. Κοντοστέκομαι λίγο πριν ανεβούμε στο πλοίο.
- Έλενα δεν νοιώθω καλά, της λέω. 
- Ούτε και εγώ, αλλά είναι το ταξίδι που περιμένουμε ρε Αντρέα, Αλινα εσύ τι λες; Το Αλινάκι μου ήθελε πολύ να πάμε.
Μπήκα. Με βάλανε στο πρώτο υπόγειο. Το ασανσέρ ήταν χαλασμένο και ο Ιταλός ναύτης μου είπε ότι θα μας ανεβάσει από κάτι εσωτερικούς διαδρόμους που πάνε αυτοί. Έβλεπα παντού φρεσκοβαμμένες λαμαρίνες, «γαζώματα» φρεσκοβαμμένα όλα φρεσκοβαμμένα. πολύ μπογιά. Η ωραία η γυναίκα, σχολίαζε τρείς μέρες μετά ο καλός μου ο Χρηστάρας, δε χρειάζεται φτιασίδια. Τη μπαμπόγρια τη φτιάν’ς μπας και την παρ κάνα κορόιδο. Ποιος ξέρει τι έκφραση είχα πάρει και γίνεται έξαλλη η Ελενα.
- Αμάν ρε Αντρέα με τρομάζεις σταμάτα το πια ή πάμε να φύγουμε.
- Πάμε να φύγουμε της λέω και παραδόξως συμφωνεί αμέσως.
Φτάνουμε στη Reception και τους ανακοινώνω ότι δε θέλω να ταξιδέψω και βρίσκω ως αιτία το ότι δεν με ενημερώσανε για την αλλαγή του πλοίου. Δεν πιάνει όμως. Τότε γιατί ανέβηκες, μου λέει ο Αξιωματικός. Τι να του πω; Ότι όλα μέσα μου φωνάζουν φύγε; Θα γίνω γραφικός. Δεν το αντέχω όμως και όταν μου λέει ότι θα μου δώσει δυο site να γράψω τα παράπονά μου, του απαντώ σχεδόν έξαλλος. Από που θα τα γράψω; Απ’ τον πάτο;
Του πάτησα τον κάλο και αγριεύει.
- Πόσα παιδιά έχεις κύριε, με ρωτάει.
- Ένα, του απαντώ, εγώ όμως έχω τρία και νομίζεις ότι θέλω να πνιγώ;
- Όχι του λέω ξέρω ότι δε θέλεις να πνιγείς αλλά εσύ είσαι υποχρεωμένος να μείνεις μέσα, εμένα είναι ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ.
Ζητώ να δω το πλοίαρχο και με οδηγούν στο ύπαρχο κύριο Παύλο ……. (σήμερα άκουσα στις ειδήσεις ότι στο καράβι έκανε ότι μπορούσε για να σώσει κόσμο και τον συγχαίρω γι αυτό. Εύχομαι όση ώρα πάλευε να είχε στο μυαλό του τι μικρή μου κόρη και αυτό να του έδινε δύναμη)
Ο κύριος Παύλος με αντιμετώπισε με το γνωστό Ελληνικό υφάκι. Ήρθε ο περίεργος που του μυρίζει η καμπίνα και πρέπει να τον ανεχτώ τον μαλάκα.
Με άκουσε με θυμήθηκε που έχουμε ξαναταξιδέψει μαζί. 
- Είναι γκρινιάρης ο σύζυγος λέει στην Έλενα τον θυμάμαι είχε ξαναδιαμαρτυρηθεί κάποτε. Είπε με ύφος κολητού.
Φωνές, καυγάς, κάποιος κάνει σσστ κοιμόμαστε, αγριεύω και μ’ αυτόν και είπα κάτι Γαλλικό. Κατεβαίνουμε και βγαίνουμε απ’ το πλοίο. Έρχεται και ένας νεαρούλης μουσάτος της ΑΝΕΚ να μου μιλήσει και να μου εξηγήσει ότι έχω άδικο και αυτό που ζητάω δεν μπορεί να γίνει. Μου σπάει τα νεύρα και ακούει και τι δεν ακούει. Είχε ένα υφάκι, expert της NASA και πάνω. Δεν ασχολήθηκα πολύ μαζί του. Βλέπω το αυτοκίνητο του λιμενικού και πηγαίνω προς τα κει. Ένα κοριτσάκι με στολή με ακούει, ξαφνιάζεται, μου λέει ότι αυτή δεν ξέρει τι γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση και πρέπει να καλέσει την αξιωματικό υπηρεσίας. (Τελικά το κοριτσάκι αυτό ήταν η πιο πρόθυμη και η μόνη που έδειχνε ότι κατάλαβε τι ένοιωθα. Ισως.)
Η κυρία λιμενάρχης στο τηλέφωνο με αντιμετωπίζει με το γνωστό δημοσιοϋπαλληλικό τρόπο. 
- Παρακαλώ ο κύριος……
- Τέλος πάντων αυτό που ζητάτε δεν γίνεται, αλλά μπορείτε να κάνετε μήνυση στην εταιρεία αλλά να ξέρετε ότι η μήνυση είναι ακριβή. Εδώ τα χάνω και καταλαβαίνω ότι παλεύω το ανίκητο. ΤΗ ΒΛΑΚΕΙΑ.
- Δε μπαίνω και απαιτώ να μου βγάλετε το αυτοκίνητο, ουρλιάζω.
- Αυτό δε γίνεται κύριος Απαντά ο κύριος Παύλος εκτός αν θες να σου ζητήσω αποζημίωση για τη ζημιά που θα πάθουν τα εμπορεύματα απ’ την καθυστέρηση. Ολοι αυτοί, μου δείχνει τα φορτηγά, θα σου ζητάνε αποζημιώσεις. Και μη σου πω τι είπε σε μένα η Λιμενάρχης. Τι σου είπε ρε μεγάλε τον ρωτάω απορημένος, αφού τώρα μίλαγα μαζί της.
Την πήρα εγώ πριν από σένα, μου απαντά, και μου είπε να σου κάνω μήνυση για παρακώληση συγκοινωνιών.
Εδώ αρχίζω και φοβάμαι ότι δεν υπάρχει τρόπος να γίνει το δικό μου.
Το τελευταίο όπλο.
- Καλά φύγετε, του λέω, αλλά να δω πως θα βγάλεις τα άλλα αυτοκίνητα που τα έχω κλείσει, γιατί κλειδί εγώ δεν δίνω.
- Σιγά το πρόβλημα, μου λέει, στην Αγκόνα θα το πάρει γερανός και θα το πετάξει έξω.
Μείνε στο λιμάνι.
Έχασα.
Μπήκα μέσα. 
Επεισόδιο δεύτερο: Η CHRISTINE ΞΥΠΝΑΕΙ 
(Για τους μικρότερους, ψάξτε για ένα film του 80 με τίτλο CHRISTINE και θα καταλάβετε)
Δυο ώρες περίπου τους πάλευα. Με είχαν χεσμένο εξ’ αρχής.
Μπαίνοντας στο πλοίο πάλι, τα φορτηγά είναι τόσο σφηνωμένα που αδυνατούμε να βρούμε τρόπο να περάσουμε. Για να φτάσω στην πόρτα, το στήθος μου σερνόταν στον τοίχο και η πλάτη μου ξεσκόνιζε ένα φορτηγό. Χάλια έγινα, λέω στην Ελενα, εγώ δεν πήρα μπουφάν μου απαντάει, το άφησα στο αυτοκίνητο.
Η καμπίνα ένα χάλι και μισό. Σαν κάτι θυρωρεία σε ταινίες του 60. Έχουμε όμως χάσει και δε μας παίρνει για τίποτε.
- Θα έχει κύμα; Ρωτάει με αγωνία η Ελενα την κοπέλα που μας συνόδεψε μέχρι την καμπίνα. 
- Τώρα να μη σας πω και ψέματα, απαντά, λίγο θα κουνήσει μέσα, αλλά μη φοβάστε είναι πολύ γερό. Αυτό φτιάχτηκε για το Βόρειο Ατλαντικό αντέχει.
Για κάποιο Ριο Αντίρριο του Βορείου Ατλαντικού, σκέφτομαι, Ηγουμενίτσα Αγκόνα ……. Θα δούμε.
Απ’ το σφίξιμο που νοιώθουμε πέφτουμε να κοιμηθούμε και οι τρεις στην ίδια κουκέτα.
Αδύνατον.
- Ελάτε παιδιά ο καθένας στο κρεβάτι του, λέω, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να είμαστε πτώματα αύριο. (Παραλίγο)
Εγώ κοιμάμαι κάτω η Αλίνα κάτω και η Ελενα στην πάνω κουκέτα.
Είμαστε στ’ ανοιχτά και με ξυπνάει ένας ενοχλητικός θόρυβος. Το καράβι κουνάει, λίγο, και κάτι σα μεταλλικό κουτί στην πάνω από τη δική μας καμπίνα είναι στο πάτωμα και χτυπάει μια από δω μια από κει. Χρρρρρρ ντουκ Χρρρρρρρ ντουκ, την τύχη μου μέσα.
Πάει ο ύπνος. Τα καταφέρνω ξανακοιμάμαι. Κάποια στιγμή ακούω την Ελενα να μου λέει, Αντρέα φοβάμαι θα κατέβω να κοιμηθούμε μαζί. Ξανακοιμάμαι. Αντρέα κρυώνω, μου λέει κάποια στιγμή, θα σηκωθώ να βάλω και δεύτερο θερμοεσώρουχο (Σωτήριο) Η ώρα πρέπει να είναι 4 και μισή. Ξανακοιμόμαστε. Όμως απ’ τις ομιλίες έχει ξυπνήσει και η Αλίνα. Δεν περνάνε μερικά λεπτά και η Αλίνα λέει δυνατά ψιθυριστά, μπαμπά είδα φωτιά στο παράθυρο.
Κοιμήσου αγάπη μου, της απαντώ, κάποιος κεραυνός θα ήταν, τι φωτιά αποκλείεται.
Ναι ρε Αντρέα μου λέει η Έλενα, κάτι μυρίζει. Ακούω ότι ενεργοποιείται το μεγάφωνο του δωματίου και μια αγωνιώδης κοφτή πρόταση ακούγετε ΣΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ. Ανάβω το φωτάκι του κρεβατιού, βλέπω καπνό στο δωμάτιο. Κοιτάζω στο παράθυρο και βλέπω τη φωτιά που είδε η Αλίνα. Κάτω και λίγο πιο πίσω.
- Καιγόμαστε ουρλιάζει η Έλενα και ανοίγει την πόρτα. Στο διάδρομο σαστισμένες φιγούρες μέσα σε καπνό. Παιδιά τι καίγεται ρωτάει μια γυναίκα. Φωτιά φωνάζει κάποιος. - Αντρέα μου καιγόμαστε ουρλιάζει η Έλενα και καταρρέει στο διάδρομο.
Την αρπάζω απ’ τους ώμους και την ταρακουνάω. Όχι τώρα, Λενιώ όχι τώρα σε παρακαλώ πρέπει να σώσουμε την Αλίνα. Σηκώνεται. Η Αλίνα είναι πίσω μας και φωνάζει μαμά μαμά. Γυρίζουμε στη καμπίνα. Λέω στην Αλίνα να ντυθεί όσο μπορεί πιο γρήγορα. Ντυνόμαστε και εμείς. Το δωμάτιο έχει γεμίσει ασφυκτικά με καπνούς. Δεν μπορώ να βρω τα παπούτσια μου ούτε η Αλίνα τα δικά της. Μένουμε με τις χαριτωμένες παντοφλίτσες του ΙΚΕΑ που είχαμε αγοράσει το πρωί. Αρπάζω ένα φάκελο που είχα πάνω στο τραπέζι γιατί είχα το τηλέφωνο μέσα. Πάνω στο φάκελο ήταν και τα γαλιά μου και τα πήρα κι’ αυτά. Βγαίνουμε πάλι στο διάδρομο τρέχοντας προς τα Deck. Ακούγονται από κάτω μας κάτι σα δυνατά χτυπήματα. 
- Τι χτυπάει, ρωτάω. 
- Δε χτυπάει ρε φίλε, σκάνε κάτω τα φορτηγά, δεν ακούς, μου λέει ένας που πέρναγε τρέχοντας δίπλα μας, τρέξτε έξω.
Τρέξαμε και βγήκαμε έξω. Αρκετός κόσμος. Βιασύνη αλλά όχι πανικός. 9 με 10 μποφώρ. Η φωτιά είναι τεράστια και φλόγες αναπηδούν απ’ τα πλάγια του πλοίου απ΄το κάτω γκαράζ.
Η Ελενα προχωράει μπροστά η Αλίνα στη μέση και εγώ πίσω. Κολλητά. Η Αλίνα είναι απίστευτα ψύχραιμη. Στο μυαλό μου έχει κολλήσει η σκέψη, ακολούθα τις οδηγίες και μη πανικοβληθείς.
ΠΛΗΡΩΜΑ ΑΚΟΜΗ ΔΕΝ ΕΧΩ ΔΕΙ. ΟΔΗΓΙΑ ΑΚΟΜΗ ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΚΟΥΣΕΙ.
Ψάχνουμε για σωσίβια. Βλέπω ότι τα παίρνουν από ένα μεγάλο άσπρο κουτί. Τρέχουμε εκεί. Είναι κάποιος μέσα και χωρίς να τον ρωτήσω μου δίνει ένα. 
- Άλλο ένα και ένα παιδικό του λέω. Σκύβει ψάχνει και βρίσκει το παιδικό. 
- Είσαι πλήρωμα τον ρωτάω, τι κάνουμε τώρα; 
- Επιβάτης είμαι μου απαντάει πηδώντας απ’ το κουτί.
Πώς τα βάζουμε τα σωσίβια; Εδώ βλέπω κάποιον που ήταν πλήρωμα. Ο πρώτος που είδα. - Πως το δένουμε, του λέω, δέσε της κόρης μου και της γυναίκας μου σε παρακαλώ. Μας τα έδεσε. Τώρα τι κάνουμε; Απ΄ το μυαλό μου, η ιδέα της εγκατάλειψης του πλοίου, ακόμη δεν είναι αποδεκτή. Η λαμαρίνα είναι πολύ ζεστή και ξαφνικά βλέπω δίπλα μου μια μικρή κόκκινη κουκίδα, καταλαβαίνω τι είναι, ανοίγω το βήμα σπρώχνοντας την Αλίνα. Η παντόφλες κολλάνε στο πάτωμα και σε κάθε βήμα νοιώθω ότι θα μου φύγουν. Η μικρή κόκκινη κουκίδα σε δευτερόλεπτα έγινε ασπροκόκκινος κύκλος και άνοιξε. Η λαμαρίνα έλειωνε. Έλειωνε παντού.
Τότε η Ελενα μεταμορφώνεται. Τόση ώρα άκουγα κάτι μουρμουρητά, κρίμα, γιατί ρε γαμώτο, ως εδώ ήταν, το Αλινάκι μου τι φταίει …. και ξαφνικά γίνεται θηρίο. The eye of tiger το ξέρετε; 
- Πάμε να φύγουμε μου λέει. 
- Όχι ρε Έλενα της λέω, γιατί ξέρω πόσοι χάνονται τη στιγμή που προσπαθούν να μπουν στη βάρκα. 
- Πάμε να φύγουμε Αντρέα μου ουρλιάζει αγριεμένη. Έχει δει τη σωσίβια λέμβο και πάει προς τα κεί. Όμως εγώ δεν έχω δει πλήρωμα εκεί και ξέρω ότι δεν έχει κάγκελα και είναι το χάος μετά. Πηδάει το πρώτο κάγκελο και κατευθύνεται στη λέμβο. 
- Λενιώ πρόσεχε το κενό πρόσεχε, ουρλιάζω. Στη λέμβο γίνεται χαμός. Την έχουν σηκώσει την έχουν βάλει σε θέση πτώσης και αιωρείται. Κόσμος είναι ήδη μέσα, κόσμος προσπαθεί να μπει μέσα. Καταφέρνει να μπει μέσα. Έχουμε περάσει και εμείς το κάγκελο και κρατάω κόντρα στα βήματά μου για να μη με σπρώξουν και πέσουμε στο κενό. Μόλις η Έλενα μπήκε στη λέμβο γυρνάει και φωνάζει, 
- Αντρέα την Αλίνα δώς μου την Αλίνα.. Διστάζω γιατί πρέπει να τη σηκώσω πάνω απ΄το κενό. Ξέρω ότι δεν μπορώ να την κρατήσω πολύ ώρα έτσι, αν δεν την αρπάξει αμέσως. Και η Έλενα δεν φτάνει να έρθει πιο κοντά. Δεν το κάνω. Δεν τη δίνω. Ουρλιάζει, την κόρη μου την κόρη μου. 
Το αποφασίζω, τη σηκώνω και την κρατάω στο κενό. Τότε γυρίζει ένας γεροδεμένος άντρας την αρπάζει και την τραβάει μέσα. Όλα είναι πιο εύκολα τώρα. Η Λέμβος ταλαντώνεται και πέφτει. Όμως ένα μέτρο πιο κάτω μπλοκάρει, μένει κρεμασμένη και αιωρείται. Αυτό ήταν. Αρκεί να πιαστώ απ’ το σίδερο πού σημάδευα και να περάσουν τα πόδια μου μέσα. Όρμησα. Το έπιασα το σίδερο (αλλά κουτούλησα και σπάσαν τα γυαλιά μου) πέρασα μέσα. Είμαστε όλοι μαζί. Σωθήκαμε!
Τα δύσκολα πέρασαν. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα. 
Σωστική λέμβος σαν αυτήν που μπήκαν
Επεισόδιο τρίτο: ΚΑΡΑΒΙ ΕΝΑ. 
ΑΠ’ ΤΟ ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ, ΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΦΥΛΑ ΜΑΣ!
Είμαι μέσα. Πετάω τα σπασμένα γυαλιά μου. Όσοι φοράνε γυαλιά καταλαβαίνουν την απελπισία μου. Θα το ζήσω με την τύφλα μου..
Η βάρκα μέσα είναι ΣΧΕΔΟΝ ΑΔΕΙΑ. Η κατασκευή της είναι τέτοια, με τα διαδρομάκια και τα καθίσματα, που όλοι μπλοκαρίστηκαν στον πρώτο διάδρομο. Σφήνωσαν οι κνήμες και οι φτέρνες και κανένας δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Και έφραξε η πρόσβαση στο εσωτερικό της. Η ανορθόδοξη είσοδός μου στη λέμβο με έσωσε απ’ το μπλοκάρισμα. Η Έλενα όμως ούρλιαζε, τα πόδια μου τα πόδια μου, και δίπλα το Αλινάκι μου ούρλιαζε, σάντουιτς ανάμεσα στην Έλενα και ένα τεράστιο άνδρα που προσπαθούσε ο δόλιος να σωθεί, αλλά και να μη τις λειώσει. Τράβηξα κοντά μου την Αλίνα. Ένοιωσα σα να την ξεκόλλησα. Κοιτώντας χαμηλά στα πόδια της για να βεβαιωθώ ότι είναι εντάξει, είδα το Ράφι (Ραφαήλ) ένα μικρό αγοράκι τεσσάρων ετών, πεσμένο σ’ αυτόν τον καταραμένο διάδρομο και να τον πατούν. Ήταν τυχερός γιατί το τεράστιο σωσίβιό του τον προστάτευσε. Τον άρπαξα και αυτόν και τον πέταξα στα καθίσματα. Καμιά σκέψη, χωρίς λόγια, μια κίνηση μόνο. Και τον ξέχασα.
Τον ξαναείδα αργότερα στην αγκαλιά της Αλεξάνδρας μαζί με τον αδελφό του.
Η Έλενα, γυάλιζε το μάτι της είπαμε, σπρώχνει τον άνδρα με δύναμη απεγκλωβίζεται και καταφέρνουν και οι δυο να κάνουν το επόμενο βήμα στον επόμενο διάδρομο. Ο ένας πάνω απ’ τον άλλο με κάθε τρόπο καταφέρνουμε να απλωθούμε σ’ όλη τη λέμβο. (η δημοσιογράφος, αργότερα, με ρώτησε: πείτε μου τι γινόταν μέσα στη βάρκα, ουρλιάζανε κλαίγανε..) Απόλυτη σιγή. Κάποια βογγητά πόνου, παιδικά ονόματα, Νίκο, Κορίννα, Ράφι, Αλίνα, Ρόμι και η απάντηση που επιβεβαίωνε ότι είναι καλά.
Η βάρκα όμως είναι κολλημένη. Οι καπνοί έχουν πνίξει τα πάντα. Μέσα στη βάρκα είναι πολύ δύσκολο να αναπνεύσεις. Αυτό που αναπνέω μου προκαλεί έναν απίστευτο σπασμό στο στομάχι και ξερνάω. Ξερνάω ασταμάτητα. Ξερνάνε κι’ άλλοι, ξερνάνε όλοι. Συνέχεια.
- Γιατί δεν πέφτουμε, φωνάζει κάποιος. Ακούω Ιταλικά που είναι μάλλον εντολές κάποιου απ’ το πλήρωμα προς κάποιον άλλο. Έχουμε τουλάχιστον δυο ναυτικούς σκέφτομαι, ενώ είμαι γονατισμένος στα τέσσερα και ξερνάω για χιλιοστή φορά. Ξέρω ότι αυτό που μου συμβαίνει δεν είναι ναυτία και ανησυχώ πολύ. Αν έχω δηλητηριαστεί ποιος θα τις φροντίσει. Και συνεχίζω να ξερνάω. Μπαμπά είσαι καλά, φωνάζει έντρομη η Αλίνα μόλις με είδε να γονατίζω. Μου φώναζε συνέχεια και εγώ να μη μπορώ να σηκώσω ούτε το δαχτυλάκι μου απ’ το ξέρασμα. Μόνο το μυαλό μου και το στομάχι μου υπερλειτουργούσαν και όχι μ’ αυτή τη σειρά. Κάποια στιγμή κατάφερα να σηκώσω το αριστερό μου χέρι και να της κάνω τη γνωστή κίνηση με τον υψωμένο αντίχειρα. 
- Μαμά καλά είναι, φώναξε και σταμάτησε. Ο Ιταλός συνεχίζει να φωνάζει. Κάτι για ανεμόσκαλα ακούω κάποιος ανεβαίνει ή κατεβαίνει στη βάρκα. Στις Ιταλικές φωνές προστίθενται και Ελληνικές. Είναι οδηγίες στα Ελληνικά. Λύσε το …. στρίψε το …. ναυτικοί όροι που δεν κατανοώ. Έχουμε και Έλληνα πλήρωμα σκέφτηκα. Ακόμα καλύτερα. Ήταν ο Γιώργης απ’ τους Αγίους Σαράντα (και ένας αυτός σαρανταένας). Πλήρωμα. Είχε κατέβει στη λέμβο για να τη λύσει. Και την έλυσε. Και σκάσαμε στο νερό.
Νόμισα ότι σπάσανε όλα τα κόκαλά μου. Δεν γίνεται άλλο με το ξέρασμα είπα και σήκωσα το κορμί μου φωνάζοντας και ξερνώντας ταυτόχρονα. 
- Αλίνα Έλενα. 
- Καλά είμαι, μου απαντά η Έλενα και ξερνάει. 
- Μπαμπά έκανα εμετό, κλαψουρίζει το Αλινάκι. Δε μπορώ να μιλήσω και της χαϊδεύω τα μαλλιά. 
- Πάμε να φύγουμε.., πάρτε τη βάρκα από δω.., θα σκάσουμε.., θα πνιγούμε απ’ τους καπνούς… . ανοίχτε τις τέντες… Τώρα ναι ουρλιάζουν αρκετοί. Η Ελενα ανοίγει κάτι σαν παράθυρο δίπλα και πάνω απ’ το κεφάλι μου. Τη βοηθάει ο Genaio. Ιταλός, πλήρωμα. Μπαίνει δυνατός αέρας, με χτυπά στο πρόσωπο και νοιώθω καλύτερα. Νοιώθω ανακούφιση γιατί φεύγουμε. Τότε, απ’ το παράθυρο που μπήκε ο αέρας, σήκωσα το κινητό μου και τράβηξα το videaki που είδατε. Η μηχανή της λέμβου ανάβει. Ξεκινάει. Ημασταν, έμαθα αργότερα, καμιά πενηνταριά πάνω κάτω. Μόλις απομακρυνόμαστε απ’ το πλοίο, καταλαβαίνω ότι τόση ώρα μας έκοβε τον αέρα με τον όγκο του. Γι’ αυτό μπορέσαμε να μετακινηθούμε να καθίσουμε, να βγάλω video….. Και άρχισε.
Τα 10 μποφώρ ήταν αλλιώς πάνω στο σιδερένιο κολαστήρι κι αλλιώς στην πλαστική λέμβο. Τόχετε δεί στο σινεμά ε; Το είχα δει και εγώ. Καμιά σχέση!!!
Δεκαπέντε μέτρα πάνω, γύρισμα η μύτη, βουτιά σχεδόν ελεύθερη πτώση. Σκάσιμο. Αντε πάλι απ’ την αρχή. Νερά από παντού. Η βροχή δυναμώνει, αστραπές, αέρας πολύ αέρας. Κύματα, που μια φορά που τόλμησα μέσα στο σκοτάδι να τα κοιτάξω κατάματα, ένοιωσα το μεγαλύτερο φόβο της ζωής μου. Κάποιοι που με ξέρετε θα ξέρετε ότι η θάλασσα ήταν ο εφιάλτης μου από παιδί. Και τον ζούσα. Δεν ξανακοίταξα. Κλείσαμε ότι άνοιγμα ήταν ανοιχτό. Το παράθυρο δεν έκλεινε και όταν ξεσκάλωσε έπιασε το χέρι του Genaio και παραλίγο να του το κόψει. Πιαστήκαμε σφιχτά ο ένας με τον άλλο. Σιωπή. Μόνο ο Genaio βόγκαγε ματωμένος και οι Ιταλοί και ο Γιώργης κάτι λέγαν. Στα ναυτικά.
Και τότε αρχίζει το ξέρασμα 2.
Αυτή τη φορά από ναυτία. Και τι να βγάλεις; Πόνος ατελείωτος. Κάποια στιγμή ο σπασμός του εμετού έμεινε πάνω από ένα λεπτό και νόμισα ότι θα πάθω ασφυξία. Ξερνούσαμε ο ένας πάνω στο άλλο και δεν λέγαμε τίποτα. Καθόμουνα στο μεσαίο διάζωμα θέσεων είχα την Αλίνα δεξιά μου και μετά η Έλενα. Σφιχτά. Απέναντί μου ήταν η Ράνια. Ξυπόλυτη. Κράταγε σφικτά την κορούλα της την Κορίννα. Δίπλα της ο Σπύρος ο άνδρας της κρατούσε το γιό τους το Νικόλα. Ο Σπύρος ήταν ακίνητος με κλειστά τα μάτια, σα να μην ελέγχει το κεφάλι του που κρέμονταν απ’ τον λαιμό του. Είχα πάθει υποκαλιαιμία, μου εξήγησε μετά (ο Σπύρος και Ράνια είναι γιατροί) και προκαλεί μυϊκή απόλυτη αδυναμία. Καλέ μου Σπύρο μόνο η λέξη μου έλλειπε το υπόλοιπο το ήξερα.
Ο Ιταλός έψαχνε κάτι σε κάτι μπαούλα. Ήταν νερό, σε σακουλάκια. Εφτασε ένα στα χέρια μου αλλά στάθηκε αδύνατο να το ανοίξω. Είδα ένα μισοάδειο στο πάτωμα και ήπια. Άρχισα να στυλώνομαι. Η Έλενα δεν ξέρω αν ήπιε η Αλίνα δεν ήθελε.
Αρχισε να ξημερώνει. Μάλλον ο Ιταλός είδε ένα καράβι και πήγαινε σφαίρα κατά πάνω του. Έτσι ήτανε. Το είδα και εγώ. Η Έλενα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
Φωνές, ουρλιαχτά, βοήθεια Help, aiuto, Η Αλίνα σηκώθηκε κι αυτή και φώναζε κι αυτή στα ελληνικά στα αγγλικά στα ιταλικά. Ότι άκουγε προσπαθούσε να το φωνάξει. Και πλευρίζουμε το πλοίο. Φόρα είχαμε, κύμα είχε, ο Ιταλός τρελάθηκε, και το κάρφωσε το βαρκάκι στα πλευρά του πλοίου. Άκουσε και τι δεν άκουσε απ’ το Γιώργη το δικό μας.
Ένα container ήταν το πλοίο, με λίγο φορτίο άρα με μικρό βύθισμα. Ουρανοξύστης μου φάνηκε στο ύψος. Χάος. Αλλά σωθήκαμε. Σωθήκαμε;
Η μηχανή με το τράκο έσβησε και ποτέ δεν ξαναλειτούργησε. Η βάρκα ακυβέρνητη. Πετάνε σχοινιά. Ο Γιώργης δίνει μάχη να τα δέσει. Το ίδιο και ο άλλος Ιταλός ο Francesco και κάποιοι επιβάτες. Μάχη. Γιατί δεν έχουμε μηχανή και πώς να σταθείς δίπλα στο πλοίο.
Τότε κατέρριψα το ρεκόρ φόβου που είχα από λίγες ώρες πριν.
Το κύμα μας σήκωσε στο Θεό και μας έσκασε πάνω στο σιδερένιο τοίχο. Τιναχτήκαμε απ’ τις θέσεις μας. Έχασα την Αλίνα. Τα πόδια μου τσακίστηκαν στο διάζωμα των καθισμάτων. Η Έλενα χτύπησε το κεφάλι της σε ένα σίδερο γιατί έπεσε με ορμή κάποιος πάνω της. Και πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι έγινε, πάλι δεκαπέντε μέτρα πάνω, κι άλλο σκάσιμο στον τοίχο.
Σε κάθε χτύπημα το βαρκάκι να σπάει, να ανοίγει και να μπάζει νερά.
Εδώ αναλαμβάνει η Ράνια. Μιλάει Αγγλικά και Ιταλικά. Αρκετές φορές μετέφρασε αυτά που μας έλεγε ο Ιταλός. Τώρα όμως ανέλαβε για τα καλά. Όρθια, ξυπόλητη, είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δικούς μας Ιταλούς, στο Γιώργη και στο πλήρωμα του πλοίου που καταλαβαίνουν (;) Αγγλικά. Νάσαι καλά κοριτσάρα μου!!! Οι γυναίκες έχουν αναλάβει!
Το πλοίο αφήνει μια ανεμόσκαλα. Όσοι μπορούν να σταθούν βοηθάνε. Πιάνουνε την ανεμόσκαλα, τη χάνουμε, σκάμε πάνω στο πλοίο. Αυτό να γίνεται συνέχεια. Οι κάβοι σπάνε κάτι χτυπάει το Γιώργο και του ανοίγει το κεφάλι. Όλη την ώρα είναι με το μισό κορμί έξω απ’ τη βάρκα δίνει οδηγίες, τραβάει σχοινιά, αφήνει σχοινιά. Κάποια στιγμή το πλοίο παίρνει τέτοια θέση που κόβει τον καιρό. Η ανεμόσκαλα μένει για κάποια δευτερόλεπτα στα χέρια μας και φεύγει ο πρώτος. EΙΝΑΙ Ο ΙΤΑΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΤΗ ΒΑΡΚΑ. Γι’ αυτό βιαζόταν.
Δεύτερος φεύγει ένας Έλληνας. Αργότερα έμαθα ότι ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΩΜΑ. Όχι ο Γιώργης, αυτός είναι εδώ και ματώνει!!! Τον ξέρουμε ποιος είναι. Θα περιμένω να δω τι θα πει και μετά θα πράξουμε. Γιατί όσο ανεπίτρεπτο κι’ αν είναι να σε εγκαταλείπουν αυτοί που μπορούν, στο βάθος καταλαβαίνω την ανάγκη να σωθεί και να δει τα παιδιά του. ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ.
Οι εκπαιδευμένοι λάκισαν. Ήρθε η ώρα να φύγει κάποιος από εμάς.
Το σφυροκόπημα συνεχίζεται. Σκάμε πάνω στο πλοίο. Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μένουμε εκεί, πρέπει να πιάσεις την ανεμόσκαλα και να ανέβεις τουλάχιστον πέντε σκαλοπάτια. Αν αργήσεις, σε βρίσκει η βάρκα και σε λειώνει πάνω στο πλοίο. Κάποιος αποφασίζει να το κάνει. Δεν μπορεί. Άργησε. Βρέθηκε ανάμεσα. Δεν τον ξαναείδαμε.
Προσπαθεί ένας ακόμη. Τα καταφέρνει! Νομίζω και ένας τρίτος. Χάνεται ο τέταρτος.
ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ. Η Αλίνα μου με σφίγγει.
Εγώ έχω παγώσει! Εδώ νοιώθω τον υπέρτατο φόβο όταν συνειδητοποιώ ότι αυτό που φαινόταν σωτηρία, το πλοίο, μπορεί να είναι ο τάφος μας. ΕΓΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΙΝΑ ΑΓΚΑΛΙΑ. ΟΥΤΕ ΜΟΝΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑΤΟ ΚΑΝΩ. ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΕΘΑΝΑΜΕ.
Ηταν η πρώτη απ’ τις δυο φορές που σκέφτηκα το θάνατο. Απ’ την πρώτη στιγμή κάτι μέσα μου μου έλεγε ότι θα τα καταφέρουμε. Ηταν η πρώτη φορά που έχασα επαφή μαζί του.
Το πλοίο ξαναγύρισε, ο καιρός μας ξανάπιασε στο μέγιστο, τα χτυπήματα στο πλοίο διέλυαν πλέον εμφανώς τη βάρκα. Ο Γιώργος βγάζει ένα σουγιά και κόβει τα σχοινιά που μας δένανε στο πλοίο. Φεύγουμε μακριά απ’ αυτό που νομίσαμε ότι θα μας σώσει. Και ενώ τόση ώρα δεν έβρεχε, μόνο φυσούσε, ξεσπά μπόρα. 
Επεισόδιο τέταρτο: TΩΡΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΦΟΒΑΜΑΙ! 
Πάει το πλοίο. Σε μερικά λεπτά το χάσαμε. Τώρα ξέρουμε. Δεν είναι το δύσκολο να βρεις το πλοίο. Το δύσκολο είναι να ανέβεις σε πλοίο από ακυβέρνητη βάρκα.
Τώρα έχουμε εμπειρία. Η βροχή λιγοστεύει και σχεδόν δεν τη νοιώθουμε. Έκανε κάτι τέτοια ο καιρός. Σαν να έπαιζε κάποιος φλιπεράκι. Κάπου κάπου μας ηρεμούσε για λίγα λεπτά, φτερούγιζε η καρδία μας και ξαφνικά πατούσε το κουμπάκι κι άρχιζε το σφυροκόπημα.
Μια τέτοια ανάπαυλα είναι και τώρα. Δεν μιλάμε πολύ. Λίγα λόγια. 
- Είσαι καλά.., σ’ αγαπώ.., μη φοβάσαι.., κρυώνεις… 
- Κρυώνω πολύ μου λέει η Αλίνα. 
- Αντρέα έχω παγώσει λέει η Έλενα δεν αντέχω άλλο! Τις τρίβω με μανία. Στην πλάτη στα χέρια όπου και όπως μπορώ. Η Αλίνα μου φοράει τα παντοφλάκια της, εγώ φοράω το παντοφλάκι μου. Με δυο παντόφλες μπήκα στη βάρκα, σε κάποιο τράκο έχασα τη μία. Η Ράνια απέναντι αρχίζει να τουρτουρίζει. Βάλε τις πατούσες σου ανάμεσα στα πόδια μου, της λέω. Φορούσα κοτλέ παντελόνι. Σφίγγω με δύναμη τις πατούσες της ανάμεσα στις κνήμες μου και αμέσως καταλαβαίνω τη διαφορά θερμοκρασίας.
Ήταν ξύλο τα πόδια της. Έσφιγγε την Κορρίνα ρωτούσε το Σπύρο και τον Νικόλα πως είναι. Όλοι αγκαλιασμένοι. Δεν κοιτούσα αλλού. Μόνο τους ανθρώπους που είχα γύρω μου. Η Ελενα κρύωνε πολύ. Την τύλιξα με ένα δεύτερο σωσίβιο και κάλυψα μερικά σημεία του κορμιού της. Ηταν το πρώτο ταξίδι που δεν πήρα βαρύ ζεστό μπουφάν. Ελενα της είχα πει, φέτος θα πάρω ένα ελαφρύ υφασμάτινο μπουφάν και άλλο ένα αμάνικο με πούπουλα. Αν θα έχει κρύο θα τα φοράω και τα δυο αν δεν θάχει θα φοράω το ένα. Μόνο που τώρα φόραγα το ελαφρύ κι μια θερμοφανέλα.
Να βγάλω το σακάκι; Δεν θ’ αντέξω. Ναι έκανα τέτοιες σκέψεις! Μετρούσα τι ρούχα φόραγαν τα κορίτσια μου. Η Αλίνα μου ήταν μάλλον εντάξει. Κάτι παράξενο.
Τα παντοφλάκια μούσκεμα κι όμως κρατούσαν θερμότητα. Το ήξερα, γιατί η διαφορά θερμοκρασίας στα δυο πέλματά μου ήταν σημαντικά διαφορετική. Την Ελενα την έσωζε το δεύτερο θερμοεσώρουχο και η αδιάβροχη επένδυση του πουλόβερ που φορούσε. Κρύωσε μόλις κάθισε. Ήξερα ότι όταν θα ξαναγρίευε θα ξεχνούσε το κρύο. Η προσευχές της Ράνιας ακούγονται πια δυνατά. Με ανακουφίζουν.
Ανάπαυλα τέλος. Βροχή ξαφνική και δυνατός αέρας. Μπουρίνι. Κι’ άλλο πλοίο φαίνεται. Μας είδε; Φωνές, κραυγές, η σκηνή ξαναστήνεται.
Ο Francesco και ο Γιώργος παλεύουν με τα σχοινιά. Η Ράνια πάλι ο ενδιάμεσος κρίκος. Η Ελενα φωνάζει για βοήθεια το ίδιο και η Αλίνα. Φωνάζουν κι’ άλλοι. Εγώ κρατάω την Αλίνα. Και αρχίζει το σφυροκόπημα. Τώρα όμως ξέρουμε. Τώρα το βαρκάκι είναι ήδη σπασμένο και ξέρουμε τι θα ακολουθήσει. Κάθε φορά που κατευθυνόμαστε με ορμή πάνω στο πλοίο κάποιος φωνάζει δυνατά Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΚΟΡΠΑ. Και τσακιζόμαστε. Και ξαναπιάνουμε τη σκάλα. Τώρα ο πρώτος που φεύγει ξέρει και τα καταφέρνει. Ο δεύτερος, ένας Ιερέας, όχι όμως Έλληνας, Βούλγαρος μάλλον είπαν, αποφασίζει να ανέβει. Είναι εύσωμος. Πολύ. Έχουμε βρει συντονισμό. Ο Γιώργος παρακολουθεί το κύμα. Άμα έρχεται μεγάλο, φωνάζει όχι όχι και αφηνόμαστε. Και τσακιζόμαστε.
Όταν έρχεται μικρό φωνάζει, τώρα τώρα, ο Francesco και δυο ακόμη, πιάνουν την ανεμόσκαλα και πρέπει να φύγεις γρήγορα. Κάθε φορά που προσπαθεί κάποιος είμαστε όλοι βουβοί. Ο Ιερέας πιάνει την ανεμόσκαλα, ο Γιώργης του λέει τώρα, ο Ιερέας διστάζει, φύγε, του φωνάζουν, φύγε, ο Ιερέας ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι και μένει εκεί. Η βάρκα μας σηκώνεται απ’ το επόμενο μεγάλο κύμα και σκάει πάνω στο πλοίο. Στην ανεμόσκαλα δεν είναι κανείς. Κι όμως η διαδικασία συνεχίζεται. Χωρίς λεπτό χαμένο (Αυτό ήταν σοκαριστικό για όλους. Το ότι δε νοιώθαμε τίποτα. Ο επόμενος). 
Η επόμενη ήταν μια κυρία. Η πρώτη γυναίκα που θα προσπαθούσε. Δυο προσπάθειες έκανε. Στην πρώτη δεν μπορούσε γιατί την εμπόδιζε το σωσίβιο. Στη δεύτερη τη βλέπω να το βγάζει. Πιάνω το κεφαλάκι της Αλίνας και το χαμηλώνω. Κλείνω και εγώ τα μάτια. Μπράβο μπράβο, ανέβα, της φωνάζουν. Σπάει ο πίσω κάβος και ο Γιώργης ορμάει να κόψει και τον μπροστά. Η βάρκα απομακρύνεται αλλά ο μπροστινός κάβος δεν κόβεται με το σουγιά. Η γυναίκα φαίνεται μπροστά μας πάνω στην ανεμόσκαλα. Δεύτερο, τρίτο, τέταρτο σκαλί και γλιστράει. Χάνεται στη θάλασσα κάτω απ’ το πλοίο. Κάποιος πετάει ένα σωσίβιο προς το σημείο που χάθηκε. Εμείς είμαστε δεμένοι με τον κάβο και ο Γιώργης ουρλιάζει προς το πλήρωμα για να μας ελευθερώσουν αυτοί από πάνω. TΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΗΛΙΘΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΚΟΤΏΣΕΙ ΟΛΟΥΣ. ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΗ ΠΡΥΜΝΗ. ΚΟΨΤΟ, ΑΣΤΟ ΟΥΡΛΙΑΖΑΜΕ ΟΛΟΙ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ. Tο κόβουν και ελευθερωνόμαστε.
Η φορά μας όμως είναι προς την πρύμνη. Αδέλφια μας σκότωσε, μας σκότωσε λέει ο Γιώργος. Ο Francesco πάγωσε και κοιτούσε. Αδέλφια αυτό ήταν, μας σκότωσε λέει άλλη μια φορά ο Γιώργος. ΜΠΑΜΠΑ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ φωνάζει η Αλίνα. Και παγώνουμε όλοι. Τη σφίγγω στην αγκαλιά μου και φωνάζω μ’ όση δύναμη έχω. ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΑΛΙΝΑ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ. To έλεγα στην Αλίνα, αλλά έκανε καλό σ’ όλους μου είπαν μετά. Και τότε σήκωσα πάλι το κεφάλι.
Από πάνω μας ήταν η πρύμνη του πλοίου. Ψηλά και συνέχιζε να ανεβαίνει με το κύμα. Μπροστά μας η προπέλα. Και η πρύμνη θα πέσει. Και πέφτει. Η δεύτερη φορά που ο θάνατος πλημμύρισε τα πάντα μέσα μου. Απόλυτος τρόμος.
ΕΝΑ ΑΠΟΝΕΡΟ, ΕΙΠΑΝ, ΑΠ’ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΠΛΟΙΟ. ΕΝΑ ΚΥΜΑ. ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΕΚΕΙ. ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ.
Κάτι μας έσπρωξε την τελευταία στιγμή. Και το θηρίο σκάει πίσω μας και μας εκσφενδονίζει είκοσι μέτρα μακριά του. Δεν σας θέλω είπε. Σωθήκαμε; Ο Γιώργης αλαφιασμένος τρέχει να μαζέψει τον κάβο που σέρνεται πίσω μας και σε λίγο θα περάσει απ’ την προπέλα. αν το αρπάξει χαθήκαμε. Ο Αι Γιώργης μας όμως ήταν γρήγορος. Με πήρε η κόρη μου στο τηλέφωνο, μου έλεγε αργότερα, και μου λέει, γιατί μπαμπά έφυγες απ’ το πλοίο, τα κανάλια λένε ότι το πλήρωμα παράτησε τον κόσμο. Να μου δώσεις Γιώργο μου την κόρη σου, να της πω εγώ τι έκανε ο μπαμπάς της, του απάντησα και του φίλησα το σπασμένο κεφάλι.
Πάλι μόνοι, με τα κύματα και τη βροχή. Ο καιρός είναι λίγο καλύτερος. Δεν έχει εκείνη τη μανία. Όλοι σιωπηροί. Παίρνουμε πάλι τις γνωστές θέσεις μας. Είμαστε καταπονημένοι αλλά εγώ νοιώθω ότι αφού βγήκαμε απ’ αυτό, δεν γίνεται να χαθούμε. Το σκάφος αυτό δε βουλιάζει με τίποτα τους είπα. Ας τα κλείσουμε όλα και να περιμένουμε. Δε βουλιάζει με τίποτα. Χωρίς ρωγμές όμως.
Μείναμε για λίγο σιωπηροί. Τότε είδα την Αλεξάνδρα. Άκουγα άλλη μια γυναικεία φωνή εκτός της Ράνιας και της Έλενας. Μια σταθερή σχεδόν αυστηρή φωνή. Μετέφραζε και αυτή Ιταλικά Αγγλικά. Αλλά τώρα την είδα. Το κινητό της έπιανε και άρχισε να καλεί. Άκουγα που επικοινωνούσε με κάποιους στις ανάπαυλες που λέγαμε. Μόνο το δικό της τηλέφωνο είχε σήμα. Και της Ράνιας που και που. Ήταν Ιταλική η σύνδεση, έμαθα αργότερα. Η Αλεξάνδρα μετέδιδε σιγουριά. Κάθε φορά που έλεγε κάτι, ένοιωθες καλά. Ένα απ΄τα χαρίσματά της.
Άρχισε πάλι η αναμονή. Για τρίτο καράβι; Κανείς πλέον δεν το λαχταρούσε και τόσο πολύ νομίζω. Έχει γεμίσει αίματα το αριστερό μπατζάκι του παντελονιού μου. Κοιτάζω τα πόδια της Ράνιας, είναι εντάξει. Άρα δικό μου είναι. Ανασηκώνω το μπατζάκι και βλέπω αίμα. Αρκετό αίμα. Ψηλά στο καλάμι, κάτω απ’ το γόνατο πονάω λίγο. Σπασμένο δεν είναι τίποτα. Το ξεχνάω.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και να το τρίτο πλοίο.
Σφίξιμο στην καρδία.
Μας είδε και έρχεται για εμάς. 

Το ABY JEANETTE
Επεισόδιο πέμπτο και τελευταίο: ABY JEANNETTE 
ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΣΩΤΗΡΕΣ»
Το προαίσθημα είναι καλό στη θέα του πλοίου. Είναι τεράστιο 324 μέτρα αλλά χαμηλό.
Είναι φορτωμένο και έχει μεγάλο βύθισμα. Εδώ μπορεί και να τα καταφέρω, σκέφτομαι. Όλα αρχίζουν να φαίνονται καλύτερα. Μέχρι και τη δεύτερη παντόφλα μου, πήρε το μάτι μου, σφηνωμένη στον πρώτο (που αλλού) διάδρομο. Όλα αρχίζουν να πηγαίνουν καλύτερα. Δεν βρέχει καθόλου, φυσάει αρκετά, όχι τρομακτικά άλλα έχει μεγάλο και βουβό κύμα.
Ο Γιώργος λέει, αυτός είναι γάτα, για το καπετάνιο του πλοίου, αυτός μάλλον θα μας σώσει. Τον βλέπουμε να κάνει μανούβρες για να μας πλησιάσει έτσι ώστε να μας κόβει τον καιρό. Έξυπνος άνθρωπος. Το επιβεβαίωσα στο υπερθετικό αργότερα.
Η Αλεξάνδρα μας ενημερώνει ότι έχουν ενημερωθεί στην Αθήνα και μάλιστα όταν της λέω να ειδοποιήσουν οι δικοί της τις αρχές, μου απαντά ότι ποιο ψηλά απ’ αυτόν που ενημέρωσε η ίδια, δεν υπάρχει. Είμαι απόλυτα ήρεμος ότι τελειώνουμε. Πλευρίσαμε.
Η σωστική λέμβος στο πλάι του πλοίου
Το κύμα μας ανεβοκατεβάζει και στο ανέβασμα είμαι στο ύψος του καταστρώματος και βλέπω τους ναύτες. Είμαι σίγουρος ότι εδώ θα την ανέβω την ανεμόσκαλα.
Απ’ το πλοίο μας γνέφουν και φωνάζουν. Είναι Φιλιππινέζοι. Μας πετάνε τους κάβους. Ο καπετάνιος στρίβει το πλοίο όπως αυτός θέλει. Κεντούσε, έλεγε αργότερα ο Γιώργος. Στο πρώτο πλεύρισμα μας πετάνε αμέσως μπουκάλια με νερό.
Προσπαθούν με όλο τους το είναι. Λύνεται ένα κάβος και ξαναζούμε ένα απίστευτο στραπατσάρισμα πάνω στο πλοίο. Απ’ τα πιο δυνατά. Για πρώτη φορά φεύγει ένα κομμάτι απ’ τη βάρκα μας. Δεύτερο χτύπημα. Το ίδιο δυνατό. Η βάρκα ανοίγει εμφανώς. Ο Χρήστος, έλεγε μετά, έβλεπε τους ναύτες να κλαίνε που μας χάνουν. Είμαι σίγουρος ότι έτσι ήταν. Δεν είναι εύκολο ούτε τώρα σκέφτηκα.
Η ανεμόσκαλα έπεσε. Τη πιάσαμε. Κάποιος έκανε την πρώτη προσπάθεια. Δεν πέτυχε. Ευτυχώς έπεσε μέσα στη βάρκα. Και η δεύτερη προσπάθεια δεν πέτυχε. Δεν χάνουμε όμως κανέναν. Κάποιος φωνάζει να λύσουμε τους κάβους να φύγουμε γιατί θα σπάσει η βάρκα.
Η Ράνια ουρλιάζει να μην το κάνουμε. Εγώ δεν είμαι σίγουρος, πάω να συμφωνήσω με το λύσιμο αλλά βλέπω τα ανοίγματα στη λέμβο και φωνάζω να μην φύγουμε. Η σκάλα αποσύρεται. Μα που πήγαν, αναρωτιέται κάποιος βρίζοντας, τι κάνουν κι αυτοί; Σε λίγα λεπτά όμως πέφτει ένα χοντρό δίχτυ δεμένο με σχοινιά. Κάτι σαν αυτοσχέδιο καλάθι. Έξυπνοι άνθρωποι. Θέλανε να μας σώσουν.
Το μόνο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να κρατηθούμε γερά απ’ τα σχοινιά. Θα μας τραβούσαν επάνω.
Έναν έναν. Νομίζω ότι αρχικά ανέβηκαν δυο άντρες. Ήταν σαφές ότι όλοι μπορούσαμε να το κάνουμε. Μια γυναικεία φωνή, όχι απ’ τις γνωστές, με ξενική προφορά, ακούστηκε να λέει, οι μάνες με τα παιδιά πρώτα. Ήταν σα διαταγή. Γυρίζω στο Λενιώ μου και της λέω, 
- Έλενα εσύ και η Αλίνα τώρα. 
- Αντρέα θα τα καταφέρω; 
- Πιο σίγουρα από μένα, της απαντώ. Είμαι σίγουρος ότι και στην ανεμόσκαλα η Ελενα θα τα κατάφερνε μαζί με την Αλίνα. Και η Ράνια και η Αλεξάνδρα. Όλες είχαν γίνει λέαινες.
Η Έλενα πλησίασε στους άντρες που είχαν τον έλεγχο του διχτυού. Δεν ήταν εύκολο.
Ήθελε κι’ αυτό ταχύτητα και συγχρονισμό με το κύμα. Κάποιος την εμπόδισε και μπαίνει να της πάρει τη θέση. Η Ελενα αγριεύει αλλά την σταματάω. Δεν είναι ώρα για τέτοια.
Έρχεται η σειρά της. Μπαίνει η Αλίνα στο δίχτυ και την ακολουθεί. Αλινάκι πιάσε με γερά και μη μ’ αφήσεις ότι κι αν γίνει. Αλίνα δε φοβάσαι τίποτα της φωνάζω, σε ένα δευτερόλεπτο θα είσαι επάνω. Και φεύγουν. Σφίχτηκε η ψυχή μου, αλλά ήμουν βέβαιος. Μέτρησα πόντο πόντο το ανέβασμα. Τα κατάφεραν. Και ξαφνικά ήμουν άλλος. Σηκώθηκα και φώναξα στη Ράνια. Εσύ τώρα, μη το σκέφτεσαι. Ανέβηκε. Μαζί της δεν κινδυνεύει κανείς. Ανέβηκε κι η Αλεξάνδρα με τα αγόρια της. Αυτή με το μικρούλι Ράφι και ο μπαμπάς με τον Ρομέο. 
Περπάτησα μέσα στη βάρκα, είδα όλα τα πρόσωπα, κατάλαβα ότι υπήρχαν δυο Francesco τόση ώρα. Ήταν και ένας μικρός στην ηλικία, πλήρωμα κι’ αυτός. Ήταν τρομοκρατημένος. Ο μεγάλος εξουθενωμένος. Ο Γιώργης ακούραστος. Έμαθα ότι τον έβαλαν με το ζόρι, προτελευταίος, να ανέβει. Κάθισα δίπλα σ’ ένα παλληκάρι που έδειχνε να πονάει πολύ. Ο Γιώργος. Οδηγός φορτηγού. Φορτηγατζής. Τον χάιδεψα στο πρόσωπο και τον ρώτησα που πονάει. Μου δείχνει τις γυμνές πατούσες του. Έγκαυμα στα δάχτυλα και στις φτέρνες. Βαθιά πληγή. Απ’ το κολαστήρι του Norman Atlantic. Θυμάμαι και εγώ το πόδι μου. Το παντοφλάκι που του φόρεσα έγινε κόκκινο. Ένα άσπρο ένα κόκκινο. Κάτι δεν πήγαινε καλά και ζήτησα να πάρω σειρά για πάνω. 
Αμέσως μου την παραχωρήσαν. Το μάτι μου πήρε την τσάντα της Ελενας. Να την πάρω; Κι αν χαθώ για μια τσάντα. Κάπου στην Αλβανία βρέθηκε, άκουσα σήμερα στις Ιταλικές ειδήσεις. Πιάστηκα σφιχτά. Αρχισαν να με ανεβάζουν. Το κινητό μου χτύπησε για πρώτη φορά. Έφτασα επάνω. Με αρπάξαν απ’ τα χέρια κι απ’ το μπουφάν και με τραβήξαν στο κατάστρωμα. Όταν σηκώθηκα όρθιος μέτρησα επτά άτομα. Με τα σχοινιά στα χέρια. Οι δυο είχαν πέσει κάτω. Ο ψηλότερός τους ήταν μέχρι τον λαιμό μου. Και χαμογελούσαν όλοι. Βλέποντας το πόδι μου γεμάτο αίματα ένας μικρόσωμος Φιλιππινέζος με το ξυρισμένο κεφάλι, ο Recio, προσπαθεί να με πάρει αγκαλιά. Τον καθησυχάζω ότι είμαι εντάξει. Όση ώρα περπατούσαμε του φιλούσα τα χέρια και την γυαλιστερή του καράφλα. Περπατάμε για εκατό μέτρα σε ψιλόβροχο με αέρα και μπαίνουμε σε κλειστό ασφαλή χώρο. Επιτέλους τέλος! Τέλος;
Με οδηγεί στο ιατρείο του πλοίου. Δίπλα στην είσοδο ήταν. Δυο βήματα. Ξαναχτυπά το κινητό μου. Επικοινωνώ με τους δικούς μας. Σε 42 δευτερόλεπτα οι αγαπημένοι μας γύρισαν απ’ την κόλαση στον παράδεισο και δεν ξαναέχω σήμα.
Η Αλίνα στο πλοιο
Ένα δωματιάκι μ’ ένα κρεβάτι και πάνω στο κρεβάτι κουλουριασμένοι άνθρωποι. Η Έλενα έκλαιγε, η Αλεξάνδρα ψύχραιμη αγκάλιαζε την Έλενα, η Ράνια που δεν έκλαιγε παρά μόνο αργότερα αν μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον αγαπημένο της, ο Σπύρος δίπλα της ήταν γιατρός πια, δεν ήταν διασωθείς. Τα παιδιά όλα στο κρεβάτι κουλουριασμένα και τα πέντε. Στο κρεβάτι κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του την Αλίνα μου, ένας γελαστός ευτυχισμένος άνθρωπος. Νάτος ο μπαμπάς αγάπη μου, της λέει. Δεν τον έχω ξαναδεί. Δεν ήταν στη βάρκα μαζί μας. Ήταν ο Νικήτας. Ναυαγός που κολύμπησε ώρες μέχρι να τον μαζέψει ο captain της καρδιάς μας. Έχει δύσκολη ¨ιστορία¨ ο Νικήτας αλλά αυτή θα σας την πει ο ίδιος. Κάποτε. Φορά εσώρουχα Φιλιππινέζου. Είναι πάνω από 1,80.
Ο Ανδρέας επί του πλοίου
Ο Σπύρος μου φτιάχνει το πόδι. Είναι ορθοπεδικός. Ένα μικρό σχίσιμο είχα, αλλά κόπηκε κάποια φλεβίτσα και το αίμα έτρεχε άφθονο. Σε τρία λεπτά ο Σπύρος μ’ έφτιαξε. Τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν με πραγματικές ταχύτητες. Μεταφερόμαστε στο ¨υπνοδωμάτιο¨. Στους διαδρόμους χαμογελαστές φατσούλες μας χαιρετάνε ευγενικά. Με αξιοπρέπεια. Δεν είμαστε τα ¨λάφυρά¨ τους να τα φωτογραφίζουν για να δείχνουν τι κάνανε αυτοί. Σαν να βρισκόμασταν μέρες μαζί τους. Με χαμόγελο παραμέριζαν να περάσουμε εμείς. Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΓΙΝΑΜΕ ΕΜΕΙΣ.
Η Ελενα στο πλοιο
Δεν θα το κάνω μελό αλλά πρέπει να μαθευτούν μερικά πράγματα για το τι σημαίνει δοτικότητα.
Μας δώσανε τα πάντα. Δεν είχες παρά να ζητήσεις κάτι και θα στο έβρισκαν. Κι αν δεν μπορούσαν θα επέστρεφαν συντετριμμένοι που δεν πρόσφεραν. Πήραν τα ρούχα μας. Τα έπλυναν τα στέγνωσαν τα σιδέρωσαν. Το φαγητό. Εδώ τα λόγια δεν φτάνουν. Ο μάγειρας! Ήταν εκείνος ο καραφλούλης που λέγαμε. Ο υπέροχος Recio. Σας ευχαριστούμε που μας σώσατε, του είπε κάποια στιγμή, η Ελενα, μα και σεις μας σώζετε παράλληλα, της απάντησε, για να συνεχίσει, θεωρείστε το σα δεύτερη ζωή. Τι θα κάνετε μ’ αυτή;
Ο Ανδρέας με τον Φιλιππινέζο μάγειρα
Ο μάγειρας. Και άρχισε το φαγητό. Εφερνε έφερνε έφερνε. Τρώγαμε πρωινό, δεκατιανό λιγοπριτομεσημεριανό, μεσημεριανό, απογευματινό, πριντοβραδινό, βραδινό …
Θα μας βρουν δυο-τρία κιλά βαρύτερς κι αντε να τ’ ς πεις ότ ναυάγσες, έλεγε ο καλός μου ο Χρήστος όταν δεν τον έπνιγε ή οργή με αυτά που του συμβήκανε. Αλλά και τότε τα μπινελίκια του ήταν απόλαυση.
Τα παιδιά μας. Media player με ΟΛΕΣ τις παιδικές ταινίες (Ράνια μου πόσες είδες αλήθεια τα βράδια που δεν κοιμόσουν;) MONOPOLY, ντόμινο, σκάκι. Ο παιδικός παράδεισος. Παγωτά, γλυκά, όχι σερβιρισμένα, με τις κούτες.
Οι Φιλιππινέζοι, αμούστακα παιδιά (τα περισσότερα) να εμφανίζονται διακριτικά, να φέρνουν κάτι και να χάνονται. Ούτε ευχαριστώ δεν προλαβαίναμε να πούμε.
Μπορούσαμε να κυκλοφορούμε παντού. Άνοιγες την πόρτα και έμπαινες. Δεν σου έλεγε κανείς τίποτε. Μόνο χαμόγελα. Στη γέφυρα του πλοίου. Η παιδική χαρά των παιδιών! Με τα κιάλια του καπετάνιου, στη θέση του καπετάνιου. Και να μην ενοχλείται κανείς. Και όχι δήθεν.
Ο καπετάνιος. Solarte Rodrigo Bolo το όνομα. Υπέροχος, πράος, έξυπνος, πατέρας όλων και αρχηγός. το παρατήρησα αρκετά και κατάλαβα πολλά για τη διαχείριση των ανθρώπων.
Η ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων προσπαθεί να γνωριστεί. Γιατί μας έδεσε η ζωή εννιά ώρες μαζί πάνω στη λεπτή, πολύ λεπτή γραμμή. Και τότε δένεσαι με όλους. Ταιριάζεις δεν ταιριάζεις. Κι αν ταιριάζεις τότε αγαπάς και ξέρεις ότι απέκτησες φίλους ζωής. Δεμένος θα είσαι πάντα με όλους. Εμείς βρήκαμε την Ράνια το Σπύρο και την Αλεξάνδρα.
Η Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014 πέρασε. Η πιο τυχερή μέρα της ζωής μου. Τα γενέθλιά μου μεταφέρονται.
Την επομένη, 29 Δεκεμβρίου, απ’ το πρωί η Αλεξάνδρα ξεδιπλώνει τις οργανωτικές της ικανότητες. Φτιάχνει λίστες με ονόματα και τηλέφωνα. Βγάζει φωτοτυπίες, μιλά στο τηλέφωνο, δίνει πληροφορίες. Αρχηγός. Για οτιδήποτε στην Αλεξάνδρα.
Και αρχίζει το παράλογο.
Το πλοίο μένει στο ίδιο σημείο που μας μάζεψε. Κάνει κύκλους. Έχει λιακάδα (!!!) και βλέπουμε τα πλοία που συμμετέχουν πλέον στη διάσωση. Σχηματίζουν έναν τεράστιο κύκλο γύρω απ’ το Norman Atlantic. Βλέπουμε αμυδρά τον καπνό της φωτιάς, και τα ελικόπτερα. Η πρώτη μέρα πέρασε εύκολα. ξαναπήραμε τα ρούχα μας καθαρά (παπούτσια ήταν αδύνατον να βρώ και κυκλοφορούσα (πάλι) με καρό παντοφλάκια νούμερο 37 (στο τέλος, το παιδί που του το ζήτησα, μου βρήκε. Δεν το ξέχασε, έψαχνε) Ένα ελικόπτερο πήρε τον Βούλγαρο τραυματία που είχαμε (είχε σπάσει τον ώμο του σε μια προσπάθεια σκαρφαλώματος, Ευτυχώς μετά την συντριβή του μεταξύ πλοίου και βάρκας το κύμα τον έριξε μέσα)
Γνωριζόμαστε κάθε ώρα και καλύτερα. Ο Νικήτας ρωτά συνέχεια για την Αλίνα μου. Ο Νικήτας έχει κακά τατουάζ στα χέρια αλλά κλαίει σα μωρό παιδί αγκαλιά με τους σωτήρες του. Τι έκανα, τι έκανα, τι λάθη έκανα μου είπε……. Νικήτα έχεις τεράστια, υπέροχη καρδιά. Είσαι γεμάτος αγάπη! Για όλους! Όποιος δεν το βλέπει σε σένα είναι εχθρός σου.
Τα τηλέφωνα της Ράνιας και του Δημήτρη έχουν πάρει φωτιά. Τα ξαδέλφια της με τα παιδιά τους είναι καλά. Ήταν το ζευγάρι των γιατρών που έμειναν στο πλοίο και στάθηκαν σ’ όλους.
Η Ράνια έχει γνωριμίες. Η Αλεξάνδρα το ίδιο. Όλοι ειδοποιούν κάποιον. Πότε θα βγούμε; Καμία απάντηση.
Σενάρια δικά μας. Πρέπει να μείνουμε 48 ώρες υποχρεωτικά για τους ναυαγούς. Κι άλλο βράδυ σε πλοίο. Δύσκολα κοιμάσαι σε μια καρέκλα. Όλα μας τα δώσαν οι Φιλιππινέζοι, μόνο τα κρεβάτια τους δεν μας δώσαν. Είχαμε νομίζω δυο ή τρείς καμπίνες μπορούσαμε να πλυθούμε, αλλά είμαστε 59 άτομα σε πλοίο για 20. Τα βράδια δυσκολεύουν. Οι χαρακτήρες και τα ελαττώματα αρχίζουν να διακρίνονται. Κάποιοι είναι γαϊδούρια τελικά και τίποτε δεν τους κάνει ανθρώπους. Είμαστε 21 Έλληνες 7 Αλβανοί, 4 Γερμανοί
1 Ολλανδός (έδωσε μάχη στη βάρκα, ψύχραιμος) 2 Ιταλοί, 2 Βούλγαροι, 1 Ρουμάνος και 1 Τούρκος (ο γκαρντάςς). Δυο εθνότητες είχαν γαιδούρια.
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου. 
Πότε θα φύγουμε; Έλα μου ντε. ο καιρός χαλάει. Έρχεται χιόνι και κρύο. Εμείς στο πλοίο.
Ο καπετάνιος τραβάει τα μαλλιά του απ΄ το αλαλούμ των Ιταλών. Είμαστε ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ. Του λένε να μας πάει στην ΚΡΟΑΤΙΑ (!!;;;;). Αρνείται πεισματικά. Πως θα παραδώσει ανθρώπους χωρίς χαρτιά σε χώρα εκτός Ευρωπαικής Ενωσης; Οι Ιταλοί το χαβά τους.
Εμείς βάζουμε ότι μέσο ξέρουμε για να συμβεί κάτι λογικό. Άκου Κροατία! Η Ράνια κανονίζει και μιλάω σε πρωινή εκπομπή. Το ίδιο και η Αλεξάνδρα.
Πέφτουν απ’ τα σύννεφα. Γνωρίζουν την ύπαρξή μας αλλά επισήμως δεν υπάρχουμε. Δυστυχώς έχει αναλάβει το Ιταλικό κράτος και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, απαντάνε τα «μέσα» μας.
Είναι απαράδεκτο κάτι πρέπει να κάνουμε λέει η Δημοσιογράφος. Τέλειωσε η εκπομπή ξεχαστήκαμε. Ίσως αύριο πάλι. Ξαναζεσταμένο θέμα δεν ξαναβγαίνει. Εκτός αν έχει αίμα και θάνατο LIVE.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ 5 ΠΑΙΔΙΑ ΖΗΣΑΝΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΤΕ ΟΤΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΕΤΕ. ΟΤΙ 5 ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΔΑΝ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΑΓΓΙΖΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ.
ΤΑ ΑΦΗΣΑΝ ΝΑ ΕΜΠΕΔΩΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥΣ 4 ΜΕΡΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.
Ασε εμάς. Εμείς έχουμε (;) τον έλεγχο του μυαλού μας. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;;;; ΤΙ ΖΗΜΙΑ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ;;;
Εχει αναλάβει το Ιταλικό κράτος; Το καταλαβαίνω απολύτως. Εσύ, που δεν έχεις την επιχειρησιακή ευθύνη τι κάνεις;; ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΕΥΘΥΝΗ;;;
Γιατί τότε:
Α. Καλείς επίσημα στο κατάστρωμα την ¨αρχηγό¨ μας και την ενημερώνεις. Της εξηγείς το σχέδιο το οποίο απαιτείς απ’ τους Ιταλούς. Αν αλλάξει ξανακαλείς και ενημερώνεις. Δημιουργείς αίσθημα ασφάλειας. Επισήμως εκλήθησαν όλοι οι παραπάνω υπήκοοι. Πλην των Ελλήνων.
Β. Με το που μαθαίνεις ότι υπάρχει έστω και ένα παιδί στέλνεις με Super Puma με Super man με Super Duck με ότι σου επιτρέψουν οι Ιταλοί. έναν ΠΑΙΔΟΨΥΧΟΛΟΓΟ. Να φροντίσεις ψυχές. (Ψήφος Ψυχή Ψαροκασέλα Ψωροκώσταινα το μυαλό των υπευθύνων (υπό την ευθύνη ))
Όμως αυτά μπορεί να τα κάνει και ο νο 2 . Αυτός που πήρε φόρα και έρχεται. Αν το θέλει πολύ. Πόσο κοστίζει ένα ιδιωτικό ελικόπτερο να πετάξει και να φέρει παιδοψυχολόγο σταλμένο απ΄την ελπίδα της πατρίδας μας; Έτσι θα πράξουμε για όλους θα ήταν η σημειολογία της πράξης. Κι ας του το απαγορεύσουν.
Θεατρινισμοί μου είπε, φτηνοί θεατρινισμοί. Μόνο αν εσύ κάνεις θέατρο είναι θεατρινισμός. Αν το κάνεις αληθινά εμείς θα το νοιώσουμε. Η πολιτική γίνεται επί της ουσίας και όχι κατά περίπτωση μου συνέχισε χτες, στελεχάρα που έρχεται………
Η ζωή της κόρης μου, η ουσία της ζωής μου, είναι μια περίπτωση.
Φοβάμαι ότι το να καώ ή να πνιγώ, θα το ξαναζήσω σύντομα.
Τζίφος και πάλι. Θα πάμε στο Μπάρι λένε οι Ιταλοί. Και γιατί να πάμε στο Μπάρι να πάμε στο Μπριντεζι Όχι ξαναλένε οι Ιταλοί θα πάτε στο Μαμφρεντόνια. Ημαρτον κύριε! Αυτό πάλι τι είναι; Ένα μικρό λιμανάκι πάνω απ την Ανκονα όπου θα μας κατεβάσουν οι Ιταλοί. 12 ώρες ταξίδι. Το δελτίο λεει ότι ο χιονιάς έρχεται και θα συναντηθούμε στο Μανφρεντόνια.
Ο πλοίαρχος είναι σε παράκρουση απ’ τη μα…. (ζητώ συγνώμη) που τους δέρνει όλους! Εχω 59 άτομα λέει (πάντα ήρεμος) στους Ιταλούς και σωστικά για 25. Εγώ που μάζεψα ανθρώπους δεν θέλω να ζητάω να με μαζέψετε (έτσι ακριβώς!) Πάτε στο Μανφρεντόνια απαντάνε οι Ιταλοί, θα τους αποβιβάσεις εκεί.
Και ξεκινάμε. Τα αδέλφια μας, μας είδαν διαλυμένους απ’ την κούραση και μας πίεσαν να πάμε στην καμπίνα να κοιμηθούμε. Ήταν στον 5 όροφο. Ξαπλώσαμε και οι τρεις στο ίδιο κρεβάτι. Το πλοίο κουνούσε. Η Αλίνα πανικοβλήθηκε και μας ικέτεψε να γυρίσουμε κάτω, στους άλλους, να είμαστε όλοι μαζί.
(Μόνο το σχολείο της κόρης μου τα σκέφτηκε όλα αυτά και επικοινώνησε με παιδοψυχολόγο. Απλά ένας άνθρωπος ξέρει ότι έχει την ευθύνη και την ανέλαβε.)
Κατεβήκαμε. Κοιμήθηκα στο πάτωμα. Κάποια στιγμή κούνησε πολύ και έτυχε να ακουστεί κάτι απ’ τα μεγάφωνα. Πετάχτηκα. Το ξανάζησα. Φρίκαρα. Ήρθε και η Ελενα στο πάτωμα.
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου. 
Ξημερώνουμε στο Μαμφρεντόνια. Μαζεύουμε τα πράγματα. Τακτοποιούμε. Αντε θα φύγουμε. Φωτογραφίες, χαρές, αγκαλιές. Θα φύγουμε.
ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΕΚΑΝΕ ΕΡΑΝΟ ΚΑΙ ΜΑΖΕΨΑΝΕ 500 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΤΑ ΔΩΣΟΥΝ. Τρελαθήκαμε. Ο Νικήτας ακόμη κλαίει!
Το σχέδιο βρίσκεται εν εξελίξει!! Περιμένουμε Super Puma λέει ο ένας, φρεγάτα λέω εγώ (δεν έχω μπει και γούσταρα πολύ) C 130 o άλλος και τι δεν περιμέναμε. Περιμέναμε. Χιονοθύελλα έξω. Ψόφος κακός. Περιμέναμε. και έφτασε. Έχετε δει κάτι βάρκες που έχουν κάτι σα θυρωρείο πάνω τους. Ε, κάτι τέτοιο με πιο μικρή βάρκα και πιο ψηλό θυρωρείο.
Του λιμενικού. Έκανε γύρους γύρω απ’ το Θηρίο το ¨δικό¨ μας. Το σχέδιο: Θα απλώσουν κάτι σα συρματόσχοινο απ’ το πλοίο στο θυρωρείο και μ’ ένα καλάθι, ένας ένας θα περνάμε. Με χιονοθύελλα. Σοβαρά τώρα. Δεν κάνω πλάκα. Μου είναι αδύνατον να καθίσω πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα οπουδήποτε. Δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου, ότι κάποιος πρότεινε αυτό το σχέδιο. Ο Captain είναι ήρεμος αλλά το είδα το φρυδάκι του που κουνιόταν.
Δεν τους παραδίδω με τίποτα. Θα κατέβουν απ’ το πλοίο μου μόνο αν μου βρείτε τρόπο αποβίβασης 150% σίγουρο.
Το θυρωρείο κάνει δυο βόλτες και φεύγει.
Νέο σχέδιο……. Άστο, σκέφτηκε η πλοιοκτήτρια εταιρεία. Μπλέξαμε με τα επιτελικά σαίνια και μέχρι το Πάσχα ακόμα βόλτες θα κάνουμε.
Αναλαμβάνει την ευθύνη ο ιδιοκτήτης και αποφασίζει να μας πάει στον (κρατηθείτε) Τάραντα (απ’ το Δημοτικό είχα να το ακούσω αυτό το όνομα) στη Νότια Ιταλία (αν ψάχνετε είναι στη μπότα στο τακούνι από μέσα) στη μεγαλύτερη ναυτική βάση της Ιταλίας. Να πάει το καραβάκι μας, χωρίς κίνδυνο να βρει πουθενά και πάθουμε καμιά ζημιά, να πατήσουν και οι χριστιανοί (και άλλοι) χώμα. Τελεία και παύλα.
Και ξεκινήσαμε (χάλασε η μηχανή για κάνα δίωρο, αλλά τα γατόνια το φτιάξανε) Και πάμε Νότια τώρα!
Νύχτα πάλι! Δεν κοιμάμαι. Λιποθυμώ απ’ την κούραση.
ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ. 
Ξημέρωσε. Φτάσαμε στη νότιο Ιταλία.
Μέχρι το μεσημέρι είχαμε φτάσει στη βάση. Χιόνια παντού. Φαντάσου τι θα γινόταν στη Βόρειο Ιταλία.
Σα περιστέρια στο σύρμα, παγωμένους, θα μας μαζεύανε με κανένα (μεγαλύτερο) θυρωρείο.
Τέρμα τα ψέματα.
Ανέβηκε στο πλοίο Λιμενικός με στολή και σχέδιο (σωστό) αποβίβασης.
Σε λίγες ώρες έφτασαν μπουφάν παπούτσια κάλτσες, όλα τα κομφόρ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη κατέβουμε.
Μας περίμεναν 40 Νοσοκομειακά, (μόνο μη σε χάσουν οι Ιταλοί γιατί άμα σε βρουν Άρχοντας).
Κατεβήκαμε!!!!
Κύριε Οικονόμου, η αλήθεια είναι οτι μας δώσανε οι Ιταλοί το όνομα του πλοίου, αλλά επειδή η επιχείρηση ήταν σε εξέλιξη, κάτι έγινε και ΞΕΧΑΣΤΗΚΑΤΕ. Μόλις σήμερα ειδοποιήθηκα επίσημα εγώ ότι υπάρχετε.
Βουλιάξαμε γύρω στις 6 το πρωί της Κυριακής , πατήσαμε χώμα αργά το απόγευμα της Τετάρτης.
Εχει αρκετά ακόμη αλλά ίσως κάποια άλλη φορά.
12 και 59 μπήκα στο σπίτι μου.
Αν πρέπει να γίνει κάτι ας γίνει για τους είκοσι ΑΓΓΕΛΟΥΣ TOY ABY JEANNETTE
το προφίλ του Ανδρέα Οικονομου στο facebook ΕΔΩ
Εκεί μπορείτε να δείτε και το βίντεο των ελάχιστων δευτερολέπτων που τράβηξε από την σωστική λέμβο..