Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικο Ναυτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικο Ναυτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Οκτωβρίου 2026

Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό στον ελληνοϊταλικό πόλεμο

 
Πρόεδρος Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων και Μουσικών Συνόλων της Εκκλησίας της Ελλάδος, Καθηγητής Ελληνογαλλικής Σχολής “ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ” 
 
Αν και η επίσημη έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940, οι περιπέτειες του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ξεκίνησαν από το λιμάνι της Τήνου, όταν το, τυπικά άγνωστο αλλά γνωστό τοις πάσι, ιταλικό υποβρύχιο τορπίλισε το καταδρομικό «Έλλη». Το γεγονός αυτό, αν και καταγράφεται ως καταστροφή και βύθιση ενός από τα ιστορικότερα πλοία του πολεμικού μας ναυτικού, αποτέλεσε αφορμή απίστευτης πατριωτικής τονώσης και εθνικής ομοψυχίας, που διαπότισε όλες τις προσπάθειες άμυνας απέναντι σε έναν εχθρό με πολλαπλάσια δύναμη σε όλα τα επίπεδα. Και έμελλε να είναι το Πολεμικό Ναυτικό εκείνο που προσέφερε την πρώτη θυσία σε μία σειρά θυσιών όλων των όπλων και κατ΄ επέκταση ολόκληρου του ελληνικού λαού.
 
Παραδοσιακά, το Πολεμικό Ναυτικό αποτελούσε αιχμή του δόρατος για τις ένοπλες δυνάμεις, με δεδομένες τις τότε πρόσφατες θριαμβευτικές νίκες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρόλα αυτά και ενόψει της επικείμενης ιταλικής επίθεσης, που εθεωρείτο σχεδόν βέβαιη, οι περισσότεροι οικονομικοί πόροι διετέθησαν για τη δημιουργία οχυρωματικών έργων τόσο στη μεθόριο με τη Βουλγαρία όσο και στη μεθόριο με την Αλβανία καθώς και για αγορά πολεμικού υλικού του στρατού ξηράς. Τα κονδύλια για το Πολεμικό Ναυτικό καταναλώθηκαν κυρίως στην αγορά εξοπλισμού και πυρομαχικών.
 
Η αποστολή του ελληνικού ναυτικού ήταν εξαρχής δεδομένη: Να προστατέψουν νηοπομπές μεταφοράς στρατού και εφοδίων προς το μέτωπο και να παρενοχλήσουν όσο ήταν δυνατόν αντίστοιχες μεταφορές του ιταλικού στρατού.
 
Η επίθεση στην Αλβανία καθόρισε και το χώρο επιχειρήσεων του Πολεμικού Ναυτικού. Το Αιγαίο θεωρήθηκε σχετικά ασφαλές καθώς η απόσταση από την Ιταλία ήταν μεγάλη. Αντίθετα, στην Αδριατική, πραγματοποιήθηκαν οι σημαντικότερες ναυτικές επιχειρήσεις.
 
Από πλευράς απόκτησης νέων πλοίων, η μόνη αγορά που κατέστη εφικτή ήταν εκείνη των δύο σύγχρονων αντιτορπιλικών που παρελήφθησαν από βρετανικά ναυπηγεία το 1939. Πρόκειται για τα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα». Παράλληλα, έγινε μία μεγάλη προσπάθεια ανάπτυξης της επισκευαστικής ικανότητας των ελληνικών ναυπηγείων, κάτι που κατορθώθηκε με την ίδρυση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Έτσι, το Πολεμικό Ναυτικό κατάφερε σε αρκετά μεγάλο βαθμό να προχωρήσει στη γενική επισκευή παλαιότερων πολεμικών πλοίων και στην κάλυψη των αναγκών σε βοηθητικά πλοία καθώς και στην οργάνωση διάφορων ναυτικών υπηρεσιών που περιελάμβαναν την παράκτια άμυνα, τη δημιουργία θαλάσσιων ναρκοπεδίων, την πόντιση θαλάσσιων φραγμάτων αλλά και την κατασκευή παρατηρητηρίων αέρος και θαλάσσης.
 
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το Πολεμικό Ναυτικό ήταν έτοιμο να παρατάξει 6 σχετικά σύγχρονα αντιτορπιλικά, 4 αντιτορπιλικά παλαιότερης κατασκευής, έξι υποβρύχια Γαλλικής ναυπηγήσεως, 13 μικρά τορπιλοβόλα, τέσσερα ναρκαλιευτικά και το ηλικίας 20 ετών πλωτό συνεργείο «Ήφαιστος». Το ένδοξο θωρηκτό «Αβέρωφ», λόγω κακής καταστάσεως των λεβήτων του, έμεινε ως εφεδρεία στην περιοχή του Ναυστάθμου.
 
Εντατική υπήρξε η προετοιμασία και του έμψυχου δυναμικού του Πολεμικού Ναυτικού με την συστηματική εκπαίδευση των στελεχών του όλων των βαθμίδων μέσω της Ναυτικής Σχολής Πολέμου αλλά και μέσω των διαφόρων εξειδικευμένων σχολών ειδικεύσεις των αξιωματικών και υπαξιωματικών. Γενικά, ο πόλεμος βρήκε το Πολεμικό Ναυτικό πλήρως επανδρωμένο με πολύ υψηλό επίπεδο κατάρτισης αλλά και φρονήματος. Παρόλα αυτά, η σύγκριση με το Πολεμικό Ναυτικό της Ιταλίας ήταν συντριπτική: Με οκτώ θωρηκτά, 8 βαριά και 26 ελαφρά καταδρομικά, 130 αντιτορπιλικά και 119 υποβρύχια, χωρίς να υπολογίσει κάνεις τα βοηθητικά σκάφη, το ιταλικό ναυτικό φαινόταν πανίσχυρο, συγκρινόμενο ακόμα και με τις δυνάμεις του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο. Σε αυτή την τέλεια θαλάσσια πολεμική μηχανή, τα ελληνικά πλοία δεν ήταν εξοπλισμένα ούτε καν με ανθυποβρυχιακές συσκευές αλλά και ούτε με ραντάρ εντοπισμού πλοίων και αεροσκαφών.
 
Κι όμως! Ένα μεγαλειώδες έργο πραγματοποιήθηκε με πλήρη τάξη και αποτελεσματικότητα από το Πολεμικό Ναυτικό. Μέχρι τις 16 Νοεμβρίου του 1940 είχαν μεταφερθεί στο μέτωπο σχεδόν 42.000 στρατιώτες, 18.000 ζώα και χιλιάδες τόνοι υλικού όπως πυροβόλα και οχήματα. Αλλά και όταν έληξαν οι μεταφορές αυτές, προέκυψαν οι ανάγκες μετακίνησης πολλών εφέδρων οπλιτών και αξιωματικών από τα νησιά στην ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ παράλληλα χιλιάδες τραυματίες στρατιώτες με κρυοπαγήματα έπρεπε να προωθηθούν στον Πειραιά και κατόπιν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους για αποθεραπεία. Βεβαίως, οι εμπορικές και επιβατικές μετακινήσεις δεν διεκόπησαν, αλλά μάλλον αυξήθηκαν καθώς σε αυτές προστέθηκαν θαλάσσιες διαδρομές με εφόδια από την Αίγυπτο και τα Δαρδανέλια.
 
Τα ελληνικά αντιτορπιλικά δεν περιορίστηκαν μόνο στην προστασία των θαλάσσιων μεταφορών αλλά ανέλαβαν και τολμηρές επιδρομικές επιχειρήσεις. Αρχικά βομβάρδισαν τις θέσεις του ιταλικού στρατού στη Σαγιάδα και στη συνέχεια εκτέλεσαν τρεις ριψοκίνδυνες επιδρομές στο στενό του Οτράντο, συνδυάζοντας μάλιστα την τελευταία με βομβαρδισμό του Αυλώνα.
 
Η γερμανική επίθεση, τον Απρίλιο του ΄41, με τον ταχύτατο ρυθμό της αποσυντόνισε πλήρως τον ελληνικό κρατικό μηχανισμό με αποτέλεσμα να υπάρξει αδράνεια ως προς τις έγκυρες αποφάσεις μετακίνησης του ελληνικού στόλου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του στόλου να παραμείνει εγκλωβισμένο στον Σαρωνικό για 15 κρίσιμες μέρες στα μέσα του Απριλίου, με αποτέλεσμα τη βύθιση και την μεγάλη καταστροφή πολλών πλοίων. Πρακτικά, ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστούν οι επιθέσεις από μεγάλο ύψος των γερμανικών αεροπλάνων που διακρίνονταν για τη μεγάλη τους ευστοχία. Η 20η Απριλίου του 1941 αποτελεί την τραγικότερη ημέρα της νεότερης ναυτικής ιστορίας μας, καθώς το αντιτορπιλικό «Ψαρά» και αλλά επτά αντιτορπιλικά δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση γερμανικών αεροσκαφών, με αποτέλεσμα τη βύθισή του πρώτου και τις βαριές ζημιές των υπολοίπων. Είχε ήδη προηγηθεί η μεγάλη ζημιά και τελικά η αιχμαλωσία του αντιτορπιλικού «Βασιλεύς Γεώργιος» μία εβδομάδα πριν ενώ λίγο αργότερα, στις απώλειες προστέθηκε και το αντιτορπιλικό «Ύδρα». Όταν τελικά αποφασίστηκε η μετακίνηση του στόλου προς την Αλεξάνδρεια, ήταν πολύ αργά.
 
Για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ακολούθησαν ηρωικές στιγμές δράσης στη Μεσόγειο καθ΄όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η Μεγάλη Βρετανία, αναγνωρίζοντας τις ικανότητες των Ελλήνων αξιωματικών και ναυτών, παραχώρησε σταδιακά στο απόδημο Πολεμικό Ναυτικό 6 νέα αντιτορπιλικά. Έτσι το Ναυτικό μας είχε μία διαρκή παρουσία σε όλα τα είδη πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο και συμμετοχή σε όλες τις αποβάσεις όπως εκείνη της Σικελίας, του Σαλέρνο και του Άντζιο.
 
Στις 17 Οκτωβρίου του 1944 ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής το «Αβέρωφ» επέστρεψε και πάλι στην πατρίδα.
 
Η ελληνική ιστορία υποδέχτηκε τους νέους της ήρωες, αξιωματικούς και ναύτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Λαμπρότερες περιπτώσεις υπήρξαν εκείνες του πληρώματος του αντιτορπιλικού «Αδρίας» και του υποβρυχίου «Παπανικολής». Το πρώτο, παρά την καταστροφή της πλώρης του από νάρκη κοντά στην Κάλυμνο, κατόρθωσε να φτάσει στην τουρκική ακτή και ύστερα από στοιχειώδεις επισκευές να επιστρέψει στη βάση του στην Αλεξάνδρεια χωρίς πλώρη, προσφέροντας ένα πρωτόγνωρο θέαμα στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά. Το δεύτερο πλούτισε την ελληνική ναυτοσύνη με την λαμπρή δράση του στην Αδριατική. 
 

14 Σεπτεμβρίου 2026

Το θρυλικό υποβρύχιο μας "Κατσώνης".

Το Β.Π. Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Υ1) υπήρξε ένα από τα έξι υποβρύχια του Ελληνικού Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πήρε το όνομά του από τον Έλληνα αξιωματικό του τσαρικού στρατού Λάμπρο Κατσώνη και ήταν το δεύτερο σκάφος του πολεμικού ναυτικού με αυτή την ονομασία. 
 
Παραγγέλθηκε στην Γαλλία από την ελληνική κυβέρνηση το 1925, μαζί με το ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ (Υ2), και κατασκευάστηκε κατά τα έτη 1925-1927 στο ναυπηγείο Forge et Chantiers de la Gironde, του Μπορντό. Παραλήφθηκε στην Χάβρη της Γαλλίας στις 8 Ιουνίου 1928 από τον πρώτο του κυβερνήτη αντιπλοίαρχο Κωνσταντίνο Αρβανίτη και κατέπλευσε στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας στις 21 Ιουνίου 1928 όπου εντάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό με τον διακριτικό κωδικό "Y1".
 
Κατά τον Ελληνοïταλικό Πόλεμο, με κυβερνήτη τον Αθανάσιο Σπανίδη, πραγματοποίησε τέσσερις πολεμικές περιπολίες. Στις 31 Δεκεμβρίου 1940 βύθισε με το πυροβόλο του το ιταλικό ατμόπλοιο QUINΤO πλησίον των Γιουγκοσλαβικών ακτών. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας, τον Απρίλιο του 1941, κατέφυγε με τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο στην Αίγυπτο και στην συνέχεια κατέπλευσε στο Πορτ Σουδάν όπου παρέμεινε για μακρά επισκευή. Στις 2 Ιουλίου 1942, μετά την επανάπλευση του στην Αίγυπτο, βυθίστηκε από λανθασμένο χειρισμό στο λιμάνι του Πορτ Σάιντ κατά την αποπεράτωση του δεξαμενισμού του. Ανελκύστηκε, επισκευάστηκε και άρχισε περιπολίες στο Αιγαίο με κυβερνήτη τον Βασίλη Λάσκο.
 
Στις 2 Απριλίου 1943 βύθισε το ιταλικό βοηθητικό περιπολικό TERGESTE στο λιμάνι του Γυθείου.
Στις 5 Απριλίου 1943 βύθισε έξω από τον Μέριχα της Κύθνου το ισπανικό ατμόπλοιο SAN ISIDRO LABRADOR.
Στις 29 Μαΐου 1943 βύθισε κοντά στην Σηπιάδα το ισπανικό ατμόπλοιο RIGEL, συλλαμβάνοντας αιχμάλωτο τον καπετάνιο και τέσσερα μέλη του πληρώματος.
 
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 και ενώ το ΚΑΤΣΩΝΗΣ ανέμενε την διέλευση εχθρικού πλοίου κοντά στις ακτές του νοτίου Πηλίου, εντοπίστηκε από το γερμανικό ανθυποβρυχιακό UJ-2101 (πρώην ελληνικό Β.Π. ναρκαλιευτικό-ναρκοθετικό ΣΤΡΥΜΩΝ). Μετά την ρίψη βομβών βάθους το ΚΑΤΣΩΝΗΣ εξαναγκάσθηκε σε ανάδυση και εξόρμηση δια πυροβόλου αλλά εμβολίστηκε από το διώκτη του, με αποτέλεσμα να βυθιστεί βόρεια της Σκιάθου. Φονεύθηκαν ο κυβερνήτης του Βασίλης Λάσκος και 31 μέλη του πληρώματος, οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία 17, ενώ τρεις κατάφεραν να διαφύγουν κολυμπώντας. 
 
Εντοπίστηκε, έπειτα από 74 χρόνια, το υποβρύχιο Κατσώνης Υ1 του Ελληνικού Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού που είχε βυθιστεί στα βόρεια της Σκιάθου από γερμανικό πλοίο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Το ιστορικό υποβρύχιο, εντοπίστηκε σε βάθος 170 μέτρα από το υδρογραφικό-ωκεανογραφικό πλοίο «Ναυτίλος» που εκτελούσε σχετική επιχείρηση βόρεια της Σκιάθου από τις 4 Ιουλίου. 
 
Ποιος ήταν ο Βασίλης Λάσκος
 
Ο Βασίλης Λάσκος (1899-1943) αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία. Το 1925 ήταν υπασπιστής του Θ. Πάγκαλου και επέβαινε στο τορπιλοβόλο «Πέργαμος», με το οποίο κινήθηκε ο Πάγκαλος από τις Σπέτσες (Αύγουστος 1926).
 
Το 1933 έγινε πλωτάρχης. Πήρε μέρος στο Κίνημα του 1935 και κατέφυγε αρχικά στα Δωδεκάνησα και μετά στην Ιταλία. Ανακλήθηκε το 1940-41 και το 1942 έγινε πλοίαρχος. Αδερφός του ήταν ο σκηνοθέτης και ποιητής Ορέστης Λάσκος (1908-1992).
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η δράση του «Κατσώνης» είχε προκαλέσει έκπληξη και θαυμασμό στο συμμαχικό στρατηγείο, που πίστευε ότι δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά πράγματα...

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
 

9 Ιουνίου 2026

Το ναυτικό στα χρόνια του Βυζαντίου

Γράφει ο Ηλίας Μεταξάς 
 
(Το άρθρο αυτό αποτελεί απόσπασμα μιας γενικότερης μελέτης του συγγραφέα με τον τίτλο «ΝΑΥΤΙΚΟΙ ΒΑΘΜΟΙ ΚΑΙ ΣΤΟΛΕΣ , ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ») 
 
Στους Βυζαντινούς χρόνους το Ναυτικό ωνομάζετο “ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΠΛΩΙΜΟΝ” (ή Πλόϊμον με όμικρον), ακόμη και “ΠΛΩΙΜΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ”. Ο Γενικός Αρχηγός του αρχικώς είχε τον τίτλο “Στρατηγός των Καραβησιάνων” ενώ μετέπειτα ελέγετο “Δρουγγάριος των Πλωίμων”. Αυτός διοικούσε τον “Στόλο της Πρωτευούσης” ο οποίος αποτελείτο από διάφορες “Μοίρες” με την ίδια οργάνωση. Ο Ανώτερος Επιτελικός Αξιωματούχος του Θεματικού Στρατού, του Βασιλικού ή του Θεματικού Πλωίμου εκαλείτο “Κόμης της Εταιρείας”.
 
Ο Διοικητής Μοίρας η οποία αποτελείτο από 3-5 Δρόμωνες έφερε τον τίτλο του “Κόμητος” ή του “Δρουγγαροκόμητος”. Μάλλον θα ήταν κάτι αντίστοιχο με τον σημερινό Υποναύαρχο, ηγήτωρ με ευρείες δυνατότητες να διοικεί, να μεριμνά και να επιλύει όλα τα ζητήματα εκδίδοντας τις σχετικές διαταγές. Θα τελούσε μόνον υπό τις διαταγές του Δρουγγαρίου του Βασιλικού ή του Θεματικού Πλωίμου, δηλαδή του Αρχηγού Στόλου όπως θα λέγαμε σήμερα.
 
Βυζαντινός Δρόμων
 
Ο ανώνυμος συγγραφεύς του 14ου αιώνος μας πληροφορεί στην πραγματεία του “Περί Οφφικίων” ότι ο αρχαιότερος των Κομήτων εκαλείτο “Πρωτοκόμης”: “ Των εν τω Βασιλικώ Στόλω πάντων Κομήτων πρώτος ”. Δυστυχώς, μετά τον 13ον αιώνα ο Στόλος έπαυσε να θεωρείται αξιόμαχος ο δε Πρωτοκόμης, παρά το σημαντικό του αξίωμα, στην Αυλική ιεραρχία των Παλαιολόγων έφθασε να κατέχει μία από τις τελευταίες θέσεις, την 75η, ούτε έφερε “Δικανίκιον”.
 
Μια άλλη πολύ αξιόπιστη πηγή, η “Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια” εκδόσεως 1927, αναγράφει μία διαφορετική βαθμολογική ιεραρχία. Ο Αρχιναύαρχος στο Βυζαντινό Ναυτικό ελέγετο “Μέγας Δούξ” ή “Μεγαδούκας’” είχε δε υπό τας διαταγάς του τον “Μέγαν Δρουγγάριον” του Στόλου, τον “Αμηράλιον”, τον “Πρωτοκόμητα”, τους “Δρουγγάριους” και τους “Κόμητας”.
 
Επανερχόμενοι στο Ναυτικό της Αυτοκρατορίας, ο Λέων Γ΄ο ΙΣΑΥΡΟΣ (717-741) δια να αντιμετωπίσει τους Άραβες προέβη σε επαναστατικές, δια την εποχή, αναδιαρθρώσεις και αποκέντρωση των μονάδων. Τοιουτοτρόπως από το πρώτο ήμισυ του 8ου μ.Χ. αιώνος και έως το τέλος του 11ου μ.Χ. ο Βυζαντινός Στόλος διεκρίνετο σε τρείς κατηγορίες.
 
Μεταξύ των ετών 800-900 μ.Χ. διέθετε τα καλλίτερα πλοία της εποχής, τους καταπληκτικούς Δρόμωνες, οι οποίοι είχαν 100-150 κουπιά και επέβαιναν 50-70 Ναυβάτες Πολεμιστές. Αυτοί ήσαν τα κυρίαρχα πολεμικά πλοία της Μεσογείου επί πολλούς αιώνες. Υπήρχε και ο τύπος του “Ελάσσονος Δρόμωνος” με 50 κουπιά μόνον. Ήταν ταχύτατος και εχρησιμοποιείτο ως “Καταδρομικόν” ή “Απόστολον” πλοίον. Όμως αναφέρονται και άλλοι τύποι Δρομώνων, όπως ο Πάμφυλος, η Γαλέα και το Χελάνδιον. Τα ακριβή χαρακτηριστικά αυτών, παραμένουν ένα πρόβλημα διά τους αρχαιολόγους έως σήμερα.
 
Χελάνδιον
 
Οι Ηγεμόνες της Εσπερίας επί αιώνες εθαύμαζαν τα Ελληνικά επιτεύγματα, αλλά δεν κατάφερναν να τα μιμηθούν. Μόνον ο Πάπας ΙΩΑΝΝΗΣ 8ος (872-882) το 877 μ.Χ. εναυπήγησε στην CIVITTΑ-VECCHIA κάποιους Δρόμωνες, κατ’ απομίμηση των Βυζαντινών. Οι ιστορικοί VELUDO και CASONI μαρτυρούν ότι η αντιγραφή τους ήταν τόσο πιστή, ώστε ακόμη και οι ονομασίες τους αντεγράφησαν. Είχαμε δηλαδή τα Ιταλοποιημένα Dromoni, Galee και Chelandia. Η περιγραφή αυτών από τους ως άνω ιστορικούς ταιριάζει απολύτως στον Δρόμωνα. Ευλόγως προκύπτει το ερώτημα. Από τον Δρόμωνα προήλθε αργότερα και η περίφημη Bενετική Γαλέρα; Άγνωστον.
 
Απεικόνιση ναυμαχίας σε μικρογραφία βυζαντινού χειρογράφου
 
Οι τρεις κατηγορίες των Βυζαντινών Στόλων που προαναφέραμε ήσαν οι εξής:
 
1) Ο Κεντρικός Στόλος, ο οποίος αποτελείτο από βαρέα πλοία, τους Δρόμωνες, και ανελάμβανε τις μακρινές επιχειρήσεις. Σήμερα θα τον λέγαμε Μητροπολιτικό Στόλο Ανοικτής Θαλάσσης. Δηλαδή ίσως κάτι παρόμοιο με αυτό που ονομάζουμε “Task Force”.
 
2) Ο Επαρχιακός Στόλος, ο οποίος απηρτίζετο από ελαφρές μονάδες, δηλαδή τους μικρούς Δρόμωνες ή Χελάνδια και τις Γαλέες ή Μονήρια. Υπήγετο διοικητικώς στην δική του Επαρχία, αλλά συντηρείτο από το Θησαυροφυλάκιο της Κωνσταντινουπόλεως. Είχε ως αποστολή του την παράκτια άμυνα της Επαρχίας του. Εφ’ όσον προέκυπτε κίνδυνος σε άλλες περιοχές έσπευδε προς ενίσχυση διότι είχε την δυνατότητα να δράσει και επιθετικώς.
 
3) Ο Θεματικός Στόλος, ο οποίος συγκροτείτο μόνον στα Ναυτικά θέματα και συντηρείτο από αυτά. Είχε πλοία όλων των ειδών και προστάτευε μόνον τα δικά του παράλια. Ήταν ένας ολοκληρωμένος Στόλος, αλλά εντελώς αυτόνομος από εκείνον της Βασιλεύουσας.
 
Οι Μεσαιωνικοί πρόγονοι μας κατεναυμάχησαν όλους τους εχθρούς οι οποίοι απετέλεσαν απειλή δια τις εμπορικές θαλάσσιες οδούς της Αυτοκρατορίας, Άραβες, Τούρκους, Πειρατές κ.α. Το μυστικό τους όπλο το Υγρόν Πυρ, το οποίον εξεσφενδόνιζαν με σίφωνα ή καταπέλτη, ήταν ο καταλυτικός παράγων της νίκης.

To Υγρόν Πύρ είχε και άλλες ονομασίες όπως: Ελληνικόν, Ρωμαϊκόν, Μηδικόν, Θαλάσσιον, Σκευαστόν. Στα Λατινικά το έλεγαν: Graecus, Liquidus, Humidus, Factitius, Ignis Marinus, Olivum, Incendiarium. Oι Φράγκοι το έλεγαν στα Γαλλικά “Feu Grec” ή “Feu Gregois”. Aποδίδεται στον Έλληνα Μηχανικό ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ (7ος αιών π.Χ.) από την Ηλιούπολη της Συρίας, το σημερινό BAALBECK.
 
Μία άλλη πηγή μας λέει ότι το 516 μ.Χ. ο Στόλος του Βυζαντινού Αυτοκράτορος ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α΄(491-518 μ.Χ.) με επί κεφαλής τον Στρατηγό ΜΑΡΙΝΟ κατεναυμάχησε τον Στόλο του επαναστάτου Βυζαντινού Στρατηγού ΒΙΤΑΛΙΑΝΟΥ. Τα Πυρφόρα πλοία ήσαν εφοδιασμένα με την εμπρηστική συσκευασία την οποίαν είχεν επινοήσει ο Αθηναίος φυσικός ΠΡΟΚΛΟΣ (410-485 μ.Χ.).
 
Κωπήλατα βυζαντινά πλοία
 
Όμως δύο εκ των πλέον θαυμαζομένων Αυτοκρατόρων ευθύνονται διά την φθίνουσα πορεία του “Βασιλικού Πλωίμου”. Ο Λέων 6ος ο Σοφός (886-12 μ.Χ.) και ο Κωνσταντίνος ο 7ος ο Πορφυρογέννητος (913-959 μ.Χ.). Του έδωσαν αμυντικό προσανατολισμό και έτσι προδιέγραψαν την παρακμή του. Έκτοτε οι Αυτοκράτορες αιτούσαν την βοήθεια των Στόλων των διαφόρων Ιταλικών Ναυτικών πόλεων, κυριώτερες των οποίων ήσαν : Βενετία, Γένουα, Πίζα και Αμάλφι. Το έγκλημα άρχισε από τον ένδοξο Βασίλειο 2ο τον Βουλγαροκτόνο (963-1025 μ.Χ.), ο οποίος το 1005 παρεχώρησε τα πρώτα εμπορικά προνόμια στους Ιταλούς. Ο Αλέξιος Α΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ (1081-1118) ενοποίησε ότι είχε απομείνει από τους τρεις προαναφερ- θέντας Στόλους. Το έγκλημα επαγιώθη από τον Ανδρόνικο 2ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ (1281-1318 μ.Χ.), ο οποίος διεκρίνετο μάλιστα διά την παιδείαν του. Εθεώρησε το Βασιλικόν Πλωιμον ως περιττόν έξοδο και το διέλυσε. Εκράτησε μόνον 20 πλοία. Έτσι η Θαλασσία Άμυνα και το Εμπόριο έπεσαν εξ ολοκλήρου σε Ιταλικά χέρια.
 
Μετά από 1,5 περίπου αιώνα ο Εθνομάρτυς Κωνσταντίνος 11oς ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ (1405-53), ανέμενε επί ματαίω τα ξένα καράβια να διασπάσουν τον αποκλεισμό των Οθωμανών και να φέρουν βοήθεια στην Βασιλεύουσα.
 
Πηγή: navalhistory.gr

11 Μαΐου 2026

Το υποβρύχιο «Πρωτεύς» S113 παραδίδεται ως μουσείο σήμερα Δευτέρα 11 Μαΐου στο Φλοίσβο

Η τελετή παράδοσης του υποβρυχίου «Πρωτεύς» S113 ως μουσείου θα πραγματοποιηθεί σήμερα Δευτέρα 11 Μαΐου στις 19:30 στο Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης στο Φλοίσβο Παλαιού Φαλήρου.
 
Το «Πρωτεύς» είναι υποβρύχιο τύπου 209/1100. Η κλάση 209, σχεδιάστηκε από την Ingenieurkonto Lubeck Gmbh (IKL) σε συνεργασία με τα ναυπηγεία HDW. Παραγγέλθηκε τον Νοέμβριο του 1967 στα ναυπηγεία HDW στο Κίελο της Δυτικής Γερμανίας από την τότε ελληνική κυβέρνηση. 
 
Η κατασκευή του ήταν μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος που περιελάμβανε δύο παρτίδες τεσσάρων υποβρυχίων Τύπου 209: το πρώτο, της κλάσης «Γλαύκος» (Τύπος 209/1100) και το δεύτερο, της κλάσης «Ποσειδών» (Τύπος 209/1200).
 
Η κατασκευή του έγινε στο Κίελο, μαζί με τα υποβρύχιο «Γλαύκος S110», το υποβρύχιο «Νηρεύς S111» και υποβρύχιο «Τρίτων S112».
 
Καθελκύστηκε την 1η Φεβρουαρίου 1972. Η ελληνική σημαία υψώθηκε στον ιστό του στις 23 Νοεμβρίου 1972, οπότε και παραδόθηκε επίσημα στο Πολεμικό Ναυτικό.
 
Το «Πρωτεύς» υπηρέτησε για 50 χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό, διανύοντας περίπου 260.000 ναυτικά μίλια.
 
Ο παροπλισμός του υποβρύχιου έγινε στις 16 Μαΐου 2022 στο ναύσταθμο Σαλαμίνας.
 
Μετά τον παροπλισμό του, με απόφαση του το Ανώτατου Ναυτικού Συμβουλίου, έγινε το πρώτο μουσειακό υποβρύχιο στην Ελλάδα.
 
Η μετατροπή του υποβρύχιου σε μουσείο έλαβε «σάρκα και οστά» με τη γενναιόδωρη δωρεά της ΑΜΚΕ «ΚΥΚΛΩΨ».
 
Την 1η Φεβρουαρίου 2025, το υποβρύχιο ρυμουλκήθηκε στη νέα του θέση στον Φλοίσβο και τοποθετήθηκε σε ειδικές βάσεις ώστε να είναι επισκέψιμο για το κοινό.
 
Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Ναυτικό διατηρεί την πλήρη ιδιοκτησία του υποβρυχίου.
 

25 Μαρτίου 2026

Κανάρης και Καποδίστριας, Στρατηγική αποτροπή στο ανατολικό Αιγαίο (1828)

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης

Ο Κανάρης το 1828 δεν είναι πλέον μόνο πυρπολητής, είναι παράγοντας στρατηγικής αποτροπής. Η επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Κωνσταντίνο Κανάρη, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1828 (αρ. 1281), δεν προαναγγέλλει μια μεγάλη ναυμαχία αλλά αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης, την εμπιστοσύνη στον Κανάρη και τη χρήση του κύρους του ως στρατηγικού εργαλείου.

Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό τεκμήριο τόσο για τη σχέση Κυβερνήτη και ναυμάχων, όσο και για τον χαρακτήρα του ίδιου του Κανάρη. Πρόκειται για κείμενο διοικητικό και επιχειρησιακό, το οποίο όμως εμπεριέχει έντονη ηθική και πολιτική φόρτιση. Μέσα από τη γλώσσα και τη δομή του αναδύονται κρίσιμα συμπεράσματα για την προσωπικότητα του Κανάρη, τη θέση του στο εθνικό αφήγημα της Επανάστασης και την εκτίμηση που του έτρεφε ο Καποδίστριας.

Αριθ. 1281)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τον πλοίαρχον Κ. Κανάρην

Εκ φήμης έως τώρα εγνώριζον τας λαμπράς Σου πράξεις και την εις τα συμφέροντα του Έθνους αφοσίωσίν σου.

Μ΄όλον πεπεισμένος περί τούτων, η χθεσινή σου όμως προσωπική μετ΄εμού έντευξις, και εξηγήσεις τας οποίας κατ΄αυτή έλαβον από Σε, μ΄έκαμον την πλέον ευάρεστον εντύπωσιν, και μ΄εβεβαίωσαν πληρέστατα ότι δικαίως μέχρι τούδε η φήμη Σε απέδιδεν εκείνην την ξεχωριστήν τιμήν, και χαίρω από καρδίας βλέπων την Πατρίδα να πλουτή εις τους κόλπους της έναν τοιούτον ευγενή πολίτην χαρακτηριζόμενον με προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή.

Θέλει έφθασε και εις τας ιδικάς Σου ακοάς ότι ο Σουλτάνος εξακολουθών το αυτόν σύστημα της προς την υπόθεσίν μας ισχυρογνωμίας και απιστίας του εμελέτησε και της νήσου Σάμου την καταστροφήν και σπεύδει να φέρη εις έκβασιν τα απάνθρωπα κατ΄εκείνης της νήσου επιχειρήματά του. Η Κυβέρνησις δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας περί του πράγματος, αλλ΄όπως και να είναι νομίζει χρέος της απαραίτητον να μην μείνη αδιάφορος εις την είδησιν αυτήν, αλλ΄εξ΄εναντίας να λάβη όλα τα ανήκοντα μέτρα, ώστε να προλάβη κάθε ενδεχόμενον δυστύχημα εκείνης της νήσου. Όθεν και διέταξε τον υποναύαρχον Μιαούλην να εκπλεύση με το δίκροτον η «Ελλάς» προς εκείνα τα μέρη μεταχειριζόμενος όλην την απαιτουμένη ταχύτητα και προθυμίαν εις τον σκοπόν.

Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην.

Όθεν στρεφόμενη ήδη και προς Σε, Σε διατάττει να εκπλεύσης ωσαύτως με το πυρπολικόν σου πλοίον όσο τάχιον, και να τρέξης εις ένωσιν μετά του ναυάρχου Μιαούλη προς τον οποίον θέλεις εγχειρίσει και τας εγκλειομένας διαταγάς. Ο Ναύαρχος ευρίσκεται εις Πόρον όπου έλαβε τας διαταγάς περ της εκπλεύσεώς του. Είναι ανάγκη λοιπόν να διαβής εκείθεν πρώτον, και εί μεν ανεχώρησεν από Πόρον θέλεις ακολουθήσει ευθύς τον δρόμον σου δια να τον φθάσης, εί δε και κατά περίστασιν δεν τον εύρης ακόμη έτοιμον, αφ΄ού τον εγχειρίσεις τα προς αυτόν έγγραφα και συνεννοηθείς μαζύ του θέλεις κινήσει και πρώτος δια το διωρισμένον μέρος, όπου δεν θέλει βραδύνει και ο Ναύαρχος.

Δια να πληροφορηθής καλήτερον τους σκοπούς και την επιθυμίαν της Κυβερνήσεως εις την εκστρατείαν αυτήν, καθώς και τα μέσα με τα οποία επροσπάθησε να επαρκέση εις την κατεπείγουσαν ταύτην ανάγκην Σ΄εγκλείω αντίγραφον των οδηγιών τας οποίας έδωκε προς τον Ναύαρχον. Κρίνει περιττόν να Σ΄εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις περί των όσα αφορούν την υπόθεσιν αυτήν. Αλλ΄εντοσούτω δεν δύναται να μην επαναλάβη και προς Σε ότι η περίστασις αύτη της Πατρίδος είναι σημαντικωτάτη και ήθελε συντείνει τα μέγιστα εις τα συμφέροντα του Έθνους το να δυνηθώμεν να κατορθώσωμεν λαμπράν τινά πράξιν κατά του εχθρού όχι μόνον εις την αντίκρουσιν των κατά της Σάμου κινημάτων, αλλά και όσω ήθελε διατρίβη εις Μυτιλήνην ή όποιον άλλο τουρκικόν μέρος ο στολίσκος του κακά μελετών καθ΄ημών.

Η Κυβέρνησις αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου, και επομένως έχει την πλέον ευχάριστον πεποίθησιν ότι ο διακαής προς την Πατρίδα ζήλος όστις ωδήγησε πάντοτε τον ανδρείον Κανάρην εις τόσα περικλεή κατορθώματα, τα οποία εις διαφόρους περιστάσεις έσωσαν την Πατρίδα, αυτός μόνος είναι ικανός να τον εμψυχώση και τώρα εις κατόρθωσιν νέων λαμπρών θριάμβων, ώστε να επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού.

Εν Αιγίνη, τη 28η Μαρτίου 1828

Το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Η επιστολή συντάσσεται από τον κυβερνήτη Καποδίστρια, λίγους μόλις μήνες μετά την άφιξη του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), σε μια περίοδο κατά την οποία η Επανάσταση δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά.

Την άνοιξη του 1828 υπήρξε πράγματι έντονη φημολογία περί επικείμενης οθωμανικής επιχείρησης κατά της Σάμου, στα πλαίσια του γενικότερου οθωμανικού σχεδίου ανακατάληψης και εκφοβισμού των νησιωτικών εστιών αντίστασης. Η Σάμος, αν και de facto ελληνική, δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί οριστικά στο υπό διαμόρφωση κρατικό μόρφωμα και αποτελούσε ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο στο Ανατολικό Αιγαίο.

Η Κυβέρνηση στερείτο επαρκών πληροφοριών («δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας»), όμως θεωρεί χρέος της να ενεργήσει προληπτικά. Η επιστολή αντανακλά αυτή την αίσθηση κατεπείγοντος. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει την προσπάθεια του Καποδίστρια να εγκαθιδρύσει μια συγκροτημένη κρατική διοίκηση και ιεραρχία.

Ο Καποδίστριας, ακολουθώντας πολιτική προληπτικής αποτροπής, έδωσε εντολή στον Ανδρέα Μιαούλη να αποπλεύσει με τη νεοαποκτηθείσα από τις ΗΠΑ φρεγάτα, το δίκροτο «Ελλάς», και στον Κανάρη να κινηθεί με τα πυρπολικά προς ένωση μαζί του. Οι εντολές δόθηκαν με σαφήνεια και η συνεργασία και η πειθαρχία αποτελούν πλέον κεντρικά στοιχεία του σχεδίου.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο ελληνικός στόλος πράγματι κινήθηκε στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά δεν πραγματοποιήθηκε κάποια ναυμαχία στη Σάμο. Δεν καταγράφηκε πυρπόληση ή άμεση σύγκρουση ανάλογη προηγούμενων επιχειρήσεων του Κανάρη. Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι η κινητοποίηση λειτούργησε αποτρεπτικά αφού ο οθωμανικός στόλος δεν προχώρησε σε καταστροφική επιχείρηση κατά της Σάμου εκείνη την περίοδο.

Το 1828, άλλωστε, το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον είχε μεταβληθεί ριζικά. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτ. 1827) είχε καταστρέψει τον οθωμανικό στόλο, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία οδηγούνταν στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1828–1829) και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε περιορισμένες δυνατότητες για εκτέλεση μιας μεγάλης ναυτικής επιχείρησης στο Αιγαίο.

Στην Ελλάδα, η περίοδος 1828, ήταν κυρίως η εποχή οργανωτικών διαδικασιών. Η Ελληνική πλευρά, μετά τη μεγάλη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), κατέβαλε προσπάθειες να μετασχηματίσει τα ναυτικά σώματα σε τακτική δύναμη, στον Ελληνικό στόλο. Ο Καποδίστριας με το που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας(Ιανουάτιος 1828) επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση νομιμότητας, καταστολή πειρατείας και οργανωτική οργάνωση, παρά σε μεγάλες ανοιχτές ναυμαχίες.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αρχηγός της Μοίρας του Αιγαίου μετά την αποχώρηση του Κόχραν το 1827 και μέχρι το τέλος του πολέμου και μετέπειτα, ενώ ο Κανάρης τοποθετήθηκε από τον Καποδίστρια ως αρχηγός στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Μιαούλη, με σκοπό την καταπολέμηση της πειρατείας και την επιβολή νομιμότητας στις Ελληνικές θάλασσες.

Η μετάβαση από τη φήμη στην προσωπική εκτίμηση

Ιδιαίτερη σημασία έχει το εισαγωγικό μέρος της επιστολής. Ο Καποδίστριας δηλώνει ότι γνώριζε έως τότε τον Κανάρη «εκ φήμης». Η φράση αυτή δεν είναι τυπική· αναγνωρίζει τη δημόσια φήμη του πυρπολητή, ο οποίος ήδη είχε καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως ήρωας (Χίος 1822, Τένεδος- Πάτρα 1823, Σάμος 1824, Αλεξάνδρεια 1825 κ.ά.). Ωστόσο, ο Κυβερνήτης σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η προσωπική τους συνάντηση τον επιβεβαίωσε πλήρως: «η χθεσινή σου προσωπική μετ’ εμού έντευξις… μ’ εβεβαίωσαν πληρέστατα».

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ο Καποδίστριας δεν αρκείται στον θρύλο. Κρίνει τον άνθρωπο. Και το συμπέρασμά του είναι ότι η φήμη δεν υπερέβαλλε. Ο Κανάρης παρουσιάζεται ως «ευγενής πολίτης» με «προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή». Η έννοια της ευγένειας εδώ δεν αφορά κοινωνική καταγωγή αλλά ήθος. Ο Κυβερνήτης χαίρεται «από καρδίας» που η Πατρίδα διαθέτει έναν τέτοιο πολίτη. Η διατύπωση υποδηλώνει προσωπική συγκίνηση και ειλικρινή εκτίμηση.

Η εμπιστοσύνη ως ανάθεση ευθύνης

Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο είναι η φράση: «Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην». Η διατύπωση είναι σαφής: η επιτυχία της επιχείρησης συνδέεται άμεσα με τον Κανάρη. Δεν πρόκειται για απλή συμμετοχή· πρόκειται για ανάθεση κρίσιμης ευθύνης.

Ο Καποδίστριας δεν τον αντιμετωπίζει απλώς ως εκτελεστικό όργανο. Του εμπιστεύεται διαταγές προς τον Μιαούλη, του παρέχει αντίγραφο των οδηγιών και θεωρεί περιττό να του εξηγήσει περαιτέρω λεπτομέρειες, διότι προφανώς τον θεωρεί ικανό να κατανοήσει τους στρατηγικούς σκοπούς. Η φράση «Κρίνει περιττόν να Σ’ εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις» αποτελεί έμμεση αναγνώριση ωριμότητας και κρίσης.

Η εμπιστοσύνη αυτή έχει δύο διαστάσεις: επιχειρησιακή και ηθική. Επιχειρησιακή, διότι ο Κανάρης καλείται να κινηθεί ταχέως, να ενωθεί με τον ναύαρχο, ακόμη και να προηγηθεί εφόσον χρειαστεί. Ηθική, διότι ο Κυβερνήτης δηλώνει ότι «αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου». Δεν χρειάζονται εκτενείς εντολές ή επιτήρηση. Ο πατριωτισμός του Κανάρη θεωρείται επαρκές κίνητρο.

Κωνσταντίνος Κανάρης Λιθογραφία Οίκος Βέργου

Ο Κανάρης ως σταθερή ηθική δύναμη

Ο Καποδίστριας αποδίδει στον Κανάρη χαρακτηριστικά σταθερότητας και συνέπειας. Ο «διακαής προς την Πατρίδα ζήλος» του παρουσιάζεται ως διαχρονικός και δοκιμασμένος: «ωδήγησε πάντοτε… εις τόσα περικλεή κατορθώματα». Η χρήση του «πάντοτε» δεν είναι τυχαία. Δηλώνει σταθερότητα χαρακτήρα, όχι στιγμιαίο ηρωισμό.

Η επιστολή δεν εξυμνεί απλώς το παρελθόν. Προβάλλει το παρελθόν ως εγγύηση του μέλλοντος. Ο Κανάρης καλείται να «επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού». Εδώ αποτυπώνεται η αντίληψη του Κυβερνήτη ότι ορισμένα πρόσωπα λειτουργούν ως φορείς συμβολικής και ηθικής συνέχειας του Αγώνα.

Συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του Κανάρη

Από το σύνολο της επιστολής προκύπτουν σαφή συμπεράσματα:

1.Ακεραιότητα και ευγένεια ήθους: Ο Κανάρης δεν προβάλλεται μόνο ως ανδρείος, αλλά ως «ευγενής πολίτης». Η έμφαση στην πολιτική ιδιότητα (πολίτης) δείχνει ότι ο Καποδίστριας τον αντιλαμβάνεται ως θεμέλιο της νέας πολιτείας.
2.Αφοσίωση και συνέπεια: Η αφοσίωση «εις τα συμφέροντα του Έθνους» θεωρείται δεδομένη και διαρκής.
3.Αυτονομία κρίσης: Ο Καποδίστριας θεωρεί περιττό να του αναλύσει περαιτέρω τα σχέδια, ένδειξη εμπιστοσύνης στην ικανότητά του να ενεργήσει ορθά.
4.Ηγετική βαρύτητα: «Μέγα μέρος των ελπίδων» ανατίθεται σε αυτόν. Η επιτυχία της αποστολής συνδέεται με την προσωπικότητά του.
5.Ηθική επιρροή: Ο πατριωτισμός του δεν είναι μόνο προσωπική αρετή, αλλά κινητήρια δύναμη που εμπνέει και διασφαλίζει την εθνική υπόθεση.

Η εκτίμηση του Καποδίστρια

Η επιστολή δεν είναι απλώς διοικητικό έγγραφο. Είναι κείμενο αναγνώρισης. Ο Καποδίστριας, διπλωμάτης ευρωπαϊκού κύρους και αυστηρός κριτής ανθρώπων, δεν διατυπώνει ελαφρά τη καρδία τέτοιους επαίνους. Η «ευάρεστος εντύπωσις» της προσωπικής συνάντησης και η «πλέον ευχάριστος πεποίθησις» για τη μελλοντική δράση του Κανάρη δείχνουν βαθιά εμπιστοσύνη.

Εν τέλει, η επιστολή αποκαλύπτει έναν Κανάρη που υπερβαίνει τον μύθο του πυρπολητή. Αναδεικνύεται ως θεσμικός παράγοντας, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της κεντρικής εξουσίας, ως πολίτης με ηθικό βάρος. Η ανδρεία του δεν είναι απλώς επιχειρησιακή δεξιότητα, αλλά έκφραση ακεραιότητας και σταθερού πατριωτικού ήθους. Και αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και αξιοποιεί ο Καποδίστριας, σε μια κρίσιμη στιγμή της εθνικής ιστορίας.

Η στρατηγική αποτροπή

Με βάση τη ναυτική πρακτική της εποχής η παρουσία και μόνο της φρεγάτας «Ελλάς» και των πυρπολικών υπό τον Κανάρη, ήταν από μόνη της σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας. Το 1824 η Σάμος σώθηκε με πυρπολικά ενώ μέχρι το 1828, η φήμη των «πυρπολητών» λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Στη στρατηγική θεωρία και στην ιστορική ανάλυση των ναυτικών επιχειρήσεων, η απουσία μάχης δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με αδράνεια ή αποτυχία· συχνά αποτελεί ένδειξη επιτυχούς αποτροπής.

Φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ» (1827)

Η αποτροπή λειτουργεί όταν η προβολή ισχύος, η φήμη προηγούμενων επιτυχιών ή η έγκαιρη κινητοποίηση δυνάμεων μεταβάλλουν τον υπολογισμό του αντιπάλου, οδηγώντας τον στην αναβολή, μεταβολή ή εγκατάλειψη ενός σχεδίου επιχειρήσεων. Ιδίως στη ναυτική στρατηγική του 19ου αιώνα, όπου η πληροφορία ήταν ατελής και η απώλεια πλοίων ιδιαίτερα δαπανηρή, η παρουσία ενός αξιόμαχου στόλου ή ακόμη και η φήμη ενός ικανού διοικητή μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά χωρίς να απαιτηθεί σύγκρουση.

Επομένως, όταν μια κινητοποίηση δεν καταλήγει σε ναυμαχία, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση υπήρξε περιττή· αντιθέτως, ενδέχεται να πέτυχε τον πρωταρχικό της στόχο, δηλαδή την αποτροπή του εχθρικού σχεδίου πριν αυτό υλοποιηθεί. Η εντολή αυτή του Καποδίστρια προς Κανάρη και Μιαούλη, αντανακλά καθαρά την στρατηγική σκέψη του κυβερνήτη με τη εφαρμογή της στρατηγικής αποτροπής, αντί της άμεσης σύγκρουσης.

Βιβλιογραφία
 
ΓΑΚ και Ίδρυμα Ευγενίδου, Κατάλογος έκθεσης «1821, Ο αγώνας στη θάλασσα, Τρέξε πάνω εις τα κύματα της φοβεράς θαλάσσης», Έκδοση ΓΑΚ, Αθήνα, 2021
Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάσταση, Τόμος Γ΄, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1956
Μαζαράκης-Αινιάν Ιωάννης, Το Ναυτικόν του Αγώνος, Αθήνα, 1928.
Σίμψας Μάριος, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων,  Ι. Πέππας και Σια Ο.Ε, Αθήνα, 1982.
 
Πηγές διαδικτύου 
 
Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου 1 , 2 , 3, 4
 
Πηγή:  navalhistory

17 Ιανουαρίου 2026

Αυτό είναι το έμβλημα της φρεγάτας FDI «Κίμων»: Tι συμβολίζει.

Το έμβλημα της φρεγάτας FDI «Κίμων» που φέρει στη στολή του το πλήρωμα της φρεγάτας, απεικονίζει μια περικεφαλαία αρχαίου Έλληνα πολεμιστή και από πίσω μια τριήρη.
 
Τα στοιχεία είναι δεμένα μεταξύ τους, με την τριήρη να είναι στην αριστερή πλευρά όπως κοιτάζει κάποιος το έμβλημα, και φαίνεται η πλώρη της. Στα δεξιά απεικονίζεται μια φρεγάτα κυρίως από τη μέση και έως την πρύμνη του πολεμικού πλοίου και στη μέση τα δύο σκάφη συνδέονται με την περικεφαλαία του αρχαίου Έλληνα πολεμιστή. 
 
Στο κάτω μέρος του εμβλήματος είναι ο κυματισμός της θάλασσας. 

Το πρωί της Πέμπτης 15 Ιανουαρίου, στον Φαληρικό Όρμο, εκτυλίχθηκαν ιστορικές στιγμές, καθώς επρόκειτο για την πρώτη ένταξη νέας φρεγάτας στον ελληνικό στόλο έπειτα από 28 χρόνια, με την τελετή απόδοσης τιμών στον «Κίμωνα» να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή.
 
Την ελληνική, υπερσύγχρονη φρεγάτα FDI, την πρώτη από τις τέσσερις που αναμένεται να παραλάβει η Ελλάδα, υποδέχθηκαν σε σχηματισμό δύο φρεγάτες, δύο ταχέα περιπολικά κατευθυνόμενων βλημάτων, δύο κανονιοφόροι και δύο σκάφη ανορθόδοξου πολέμου, ενώ από αέρος συμμετείχαν τρία ελικόπτερα Aegean Hawk του Πολεμικού Ναυτικού.
 
Στη συνέχεια, τα δύο σκάφη ανορθόδοξου πολέμου συνόδευσαν τη φρεγάτα στην πορεία της προς το θωρηκτό «Αβέρωφ» και την τριήρη «Ολυμπιάς», όπου πραγματοποιήθηκε η απόδοση τιμών. Η φρεγάτα διήλθε ανάμεσα από τα δύο ιστορικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού, με τα πυροβόλα της υπό κλίση σε ένδειξη τιμής, ενώ χαρακτηριστική ήταν η στιγμή κατά την οποία η τριήρης χαιρέτησε τη φρεγάτα, με τους δόκιμους του Πολεμικού Ναυτικού να σηκώνουν τα κουπιά από τη θάλασσα και το πλήρωμα του «Αβέρωφ» να τίθεται σε ακινησία, αποδίδοντας τιμές.
 

3 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Στρατηγική Θεωρία: Mahan, Corbett και Σύγχρονο Ναυτικό Δόγμα

Αναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του Δημήτριου Τσαϊλά*
 
Περίληψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη ελληνική ναυτική στρατηγική σύμφωνα με τα ρεύματα σκέψης του Alfred Thayer Mahan, του Sir Julian Corbett και της σύγχρονης ναυτικής στρατηγικής αντίληψης. Υποστηρίζει ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή σύνθεση της κλασικής θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος και των σύγχρονων εννοιών του παράκτιου πολέμου, που διαμορφώνονται από το μοναδικό θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία, τη στρατηγική σκέψη και τα τρέχοντα επιχειρησιακά παραδείγματα, η παρούσα εργασία προσδοκά να συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θαλάσσια στρατηγική προσαρμόζεται στη γεωγραφία και το γεωπολιτικό πλαίσιο. 
 
Εισαγωγή 
 
Η ναυτική στρατηγική, τόσο ως θεωρία όσο και ως πράξη, ιστορικά περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη χρησιμοποιούν τη ναυτική ισχύ για την εξασφάλιση των εθνικών τους συμφερόντων. Θεμελιώδεις προσωπικότητες σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον περιλαμβάνουν τον Alfred Thayer Mahan και τον Sir Julian Corbett. Η ελληνική ναυτική ισχύς, που έχει τις ρίζες της σε μια μακρά ναυτική παράδοση που χρονολογείται από την κλασική αρχαιότητα, καταδεικνύει πώς οι γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες επηρεάζουν την εφαρμογή και την εξέλιξη της στρατηγικής θεωρίας. Σε αντίθεση με τις ναυτικές δυνάμεις που επικεντρώνονται σε μακρινά θέατρα σε ανοικτές θάλασσες, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί κυρίως σε παράκτια και αρχιπελαγικά ύδατα, απαιτώντας έναν ξεχωριστό επιχειρησιακό και δογματικό προσανατολισμό. 
 
Αυτή η εργασία διερευνά την ελληνική ναυτική ισχύ μέσω συγκριτικής ανάλυσης, αξιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Mahan και του Corbett εφαρμόζονται στην Ελλάδα και πώς το σύγχρονο ναυτικό δόγμα ιδίως ο παράκτιος πόλεμος και οι κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις, ενισχύουν την κατανόηση της σύγχρονης πρακτικής. 
 
I. Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος 
 
Α. Μαχαϊνιστική Σκέψη: Θαλάσσιος Έλεγχος και Εθνική Ισχύς 
 
Το σύγγραμμα του Mahan «Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, 1660–1783» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά έργα στη ναυτική στρατηγική. Ο Mahan υποστήριξε ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι απαραίτητος για την εθνική ισχύ και ότι το θαλάσσιο εμπόριο, η ισχύς του στόλου και οι αποφασιστικές ναυτικές εμπλοκές αποτελούν τα βασικά στοιχεία της θαλάσσιας ισχύος. Το έργο του τόνισε ότι ο έλεγχος ενός έθνους επί του στρατηγικού θαλάσσιου χώρου επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη και τη στρατιωτική ασφάλεια. Άλλωστε τα ίδια ισχυρίζεται και ο Θουκυδίδης στο δικό του σύγγραμμα Πελοποννησιακός Πόλεμος ερμηνεύοντας την αντίκρουση των διαλόγων των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες και τον επιτάφιο του Περικλέους. 
 
Οι βασικές έννοιες του Mahan περιλαμβάνουν: 
  • Έλεγχο της θάλασσας: η ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να ασφαλίζουν τις θαλάσσιες περιοχές από τους αντιπάλους και να προστατεύουν το εμπόριο.
  • Θαλάσσιο εμπόριο: το εμπόριο ως πηγή πλούτου και ως στρατηγική ευπάθεια που απαιτεί προστασία.
  • Αποφασιστική μάχη: συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για την επίτευξη συντριπτικής νίκης επί ενός αντιπάλου. 
Ενώ το πλαίσιο του Mahan αναπτύχθηκε στην εποχή των πολεμικών στόλων ανοιχτής θάλασσας, οι αρχές του παραμένουν θεμελιώδεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ναυτικής ισχύος και εθνικής στρατηγικής. 
 
Β. Κορμπετιανή θεώρηση: Ναυτική Στρατηγική και Μικτές Επιχειρήσεις 
 
Ο Corbett προσέφερε μια συμπληρωματική αλλά διακριτή προοπτική στο έργο του «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής» (1911), δίνοντας έμφαση στον πολιτικό σκοπό του ναυτικού πολέμου και στην ενσωμάτωση των ναυτικών επιχειρήσεων με την χερσαία δύναμη. Ο Corbett υποστήριξε ότι η ναυτική στρατηγική θα πρέπει να υπηρετεί την εθνική πολιτική και ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι συχνά προσωρινός, περιφερειακός και ενδεχόμενος παρά απόλυτος. Δηλαδή μας βάζει στην σκέψη του τόπου-χρόνου. 
 
Τα κυριότερα σημεία του πλαισίου του Corbett: 
  • Υπό όρους έλεγχος της θάλασσας: δεν πιστεύει στη μόνιμη κυριαρχία, αλλά επιχειρησιακά σχετική υπεροχή (τόπος-χρόνος).
  • Ενσωμάτωση στις χερσαίες επιχειρήσεις: οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να υποστηρίζουν ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένων των αμφίβιων και των μικτών επιχειρήσεων. Βασική αρχή της Διακλαδικότητας.
  • Γραμμές επικοινωνίας: ο έλεγχος της κίνησης και του ανεφοδιασμού είναι εξίσου σημαντικός με την καταστροφή των εχθρικών στόλων. 
Οι ιδέες του Corbett έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε παράκτια και αρχιπελαγικά περιβάλλοντα, όπου οι αερο-ναυτικές δυνάμεις αλληλοεπιδρούν έντονα με χερσαίες δυνάμεις και δίκτυα υλικοτεχνικής υποστήριξης. 
 
II. Ιστορικές παρουσιάσεις της ελληνικής ναυτικής ισχύος 
 
Η ελληνική ναυτική ιστορία καταδεικνύει μακροχρόνια ναυτική στρατηγική εμπλοκή: 
 
Κλασική Εποχή: Οι ελληνικές πόλεις-κράτη όπως η Αθήνα έχτισαν ισχυρούς στόλους που είτε έλεγχαν ή προστάτευαν το εμπόριο, και υποστήριζαν στρατηγικές πολιτικές συμμαχίες. Η αθηναϊκή στρατηγική στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αποτελεί παράδειγμα πρώιμης ναυτικής στρατηγικής όπου η ναυτική ισχύς εξασφάλιζε προμήθειες και εκτεταμένη πολιτική επιρροή. 
 
Πόλεμος της Ανεξαρτησίας: Οι ελληνικές ναυμαχίες, όπως η Μάχη του Γέροντα (1824), κατέδειξαν αρχιπελαγική ναυμαχία και έλεγχο των περιφερειακών υδάτων. 
 
Βαλκανικοί Πόλεμοι: Η μάχες της Έλλης και της Λήμνου εξασφάλισαν την ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας τη διαρκή στρατηγική σημασία του ναυτικού ελέγχου σε στενές θάλασσες. 
 
Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα υπογραμμίζεται ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική ανέκαθεν εξισορροπούσε τον έλεγχο της θάλασσας, την προστασία του εμπορίου και την ολοκλήρωση με ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. 
 
III. Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Σύγχρονη Στρατηγική Σκέψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς σήμερα λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που ορίζεται από: 
  • μια αρχιπελαγική παράκτια περιοχή (το Αιγαίο),
  • άμεσους στρατηγικούς ανταγωνιστές,
  • και τις απαιτήσεις των συμμαχικών δεσμεύσεων (π.χ. ΝΑΤΟ). 
Η σύγχρονη θεωρία αναγνωρίζει ότι οι θαλάσσιες συγκρούσεις συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο σε παράκτιες ζώνες, όπου η παράκτια γεωγραφία, τα νησιά και τα περιορισμένα ύδατα περιπλέκουν τις παραδοσιακές στρατηγικές για τα γαλάζια βαθιά νερά στην ανοικτή θάλασσα. Η Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι κλασικά παράκτια περιβάλλοντα όπου οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να είναι επιδέξιες στην επιτήρηση, την απαγόρευση πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και τις διακλαδικές επιχειρήσεις. 
 
Α. Παράκτιος Πόλεμος και Κατανεμημένες Ναυτικές Επιχειρήσεις 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει προτεραιότητα στον παράκτιο πόλεμο, ο οποίος ορίζεται από εμπλοκές κοντά στην ακτή, ενσωμάτωση με χερσαία πυρά και αισθητήρες, και χρήση διασκορπισμένων δυνάμεων. Η έμφαση του Πολεμικού Ναυτικού στις κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις (Distributed Maritime Operations) αποτελεί παράδειγμα αυτών των εννοιών, που στοχεύουν στην περιπλοκή της στόχευσης και της αξιοποίησης δικτυωμένων δυνάμεων ενός αντιπάλου για την επίτευξη επιχειρησιακού πλεονεκτήματος. 
 
Για την Ελλάδα, ένας τέτοιος προσανατολισμός ευθυγραμμίζεται με τη σκέψη του Corbett περί ολοκληρωμένης στρατηγικής θάλασσας-ξηράς-αέρος και με τις πραγματικότητες του αρχιπελαγικού μωσαϊκού του Αιγαίου. 
 
Β. Επίγνωση του Ναυτικού Τομέα και A2/AD 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο δυνατότητες A2/AD, χρησιμοποιώντας παράκτιες συστοιχίες πυραύλων, αεροσκάφη και δίκτυα αισθητήρων για να αρνηθεί την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων. Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα προηγμένα όπλα, ενισχύει την επιτήρηση και την άρνηση περιοχής χωρίς να απαιτούνται μεγάλες ομάδες κρούσης. 
 
Αυτή η δογματική μετατόπιση αντανακλά τόσο τις συνέχειες όσο και τις αποκλίσεις από τους Mahan και Corbett: 
 
Από τον Mahan, κρατάμε τη σημασία της προστασίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του εθνικού πλούτου. 
Από τον Corbett, κρατάμε τη κατανόηση ότι ο έλεγχος της θάλασσας περιορίζεται σε περιφερειακό επίπεδο και έχει πολιτικό σκοπό. 
 
Γ. Ενσωμάτωση με Κοινή και Πολυχωρική Στρατηγική 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση σε όλους τους χώρους (θάλασσα, αέρα, ξηρά, διάστημα και κυβερνο-περιοχή). Καθώς η Ελλάδα ευθυγραμμίζει τα σχέδια εκσυγχρονισμού της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών αναβαθμίσεων και των μη επανδρωμένων συστημάτων, αυτές οι πολυχωρικές προσεγγίσεις ενισχύουν τη ναυτική της θέση που προσανατολίζεται στην αποτροπή και την επιχειρησιακή ευελιξία. 
 
IV. Σύνθεση: Η Ελληνική Θαλάσσια Ισχύς ως Στρατηγική Προσαρμογή 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική αποτελεί παράδειγμα σύνθεσης της κλασικής θεωρίας και της σύγχρονης σκέψης: 
 
Στοιχεία του Mahan: η σύνδεση μεταξύ εθνικού θαλάσσιου εμπορίου και ναυτικής προστασίας. 
Στοιχεία του Corbett: ο έλεγχος της θάλασσας ως προϋπόθεση και εξυπηρέτηση ευρύτερων πολιτικών σκοπών. 
Σύγχρονο δόγμα: παράκτιες επιχειρήσεις, δικτυωμένες δυνάμεις και κοινή ολοκλήρωση. 
 
Το ελληνικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι η θεωρία της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να προσαρμόζεται στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και τη στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά σε περιορισμένα θαλάσσια θέατρα όπου η συγκέντρωση στόλου (όπως οραματίστηκε ο Mahan) δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή σε περίπτωση κοινής χερσαίας και αεροπορικής ισχύος (όπως τονίζεται από τον Corbett και το σύγχρονο παράκτιο δόγμα). 
 
Συμπέρασμα 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς παρέχει μια διδακτική μελέτη περίπτωσης για το πώς εξελίσσεται η ναυτική στρατηγική μέσα από αιώνες και διανοητικά παραδείγματα. Από τις αρχαίες ναυτικές εμπλοκές έως τα σύγχρονα στρατηγικά πλαίσια, η κεντρική θέση της θαλάσσιας γεωγραφίας και του στρατηγικού πολιτισμού παραμένει σταθερή. Η ελληνική ναυτική στρατηγική, ενώ βασίζεται σε ιστορικές παραδόσεις ναυτικής ισχύος, ενσωματώνει ενεργά τις σύγχρονες δογματικές αρχές που αντικατοπτρίζουν τον μετασχηματισμό του ναυτικού πολέμου στην παράκτια εποχή. Τοποθετώντας την ελληνική ναυτική ισχύ στα θεωρητικά πλαίσια των Mahan, Corbett και της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης, η παρούσα εργασία καταδεικνύει τη διαρκή σημασία της κλασικής θεωρίας και την αναγκαιότητα της προσαρμογής της στις σύγχρονες στρατηγικές πραγματικότητες.
 
Βιβλιογραφία 
 
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).